ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

Την Πέμπτη 16/6 πραγματοποιήθηκε πανελλαδική κλαδική απεργία στην έρευνα που οργανώθηκε από το Σωματείο Εργαζομένων στην Έρευνα και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (ΣΕΡΕΤΕ). Ως άμεσες διεκδικήσεις μπήκαν:

  •  η άρνηση επιστροφής στο Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) χρηματικού ποσού ύψους 30 χιλιάδων ευρώ (ανά άτομο) από υποτρόφους που καθυστέρησαν να ολοκληρώσουν τη διδακτορική τους διατριβή στον προδιαγεγραμμένο χρονικό ορίζοντα (εξαιτίας της άτυπης “υποχρέωσής” τους να διεκπεραιώνουν τη “λάντζα” των επιβλεπόντων τους και χίλια μύρια άσχετα με το διδακτορικό τους θέματα).
  • η υποχρεωτική παροχή διδακτικού επικουρικού έργου από τους υποψήφιους διδάκτορες (για ψίχουλα έως και απλήρωτα).

Ως πραγματική και ολοκληρωμένη λύση, για αυτά και για άλλα κλαδικά προβλήματα, μπήκε μπροστά η διεκδίκηση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Η συμμετοχή στην απεργία δεν ήταν τρομερά μαζική, αλλά δεδομένης της ευρύτερης κοινωνικής κατάστασης, μπορούμε να πούμε ότι οργανώθηκε με αξιοπρεπείς όρους και απέκτησε έναν σχετικά δυναμικό αγωνιστικό χαρακτήρα συσπειρώνοντας και εμπλέκοντας ενεργά εργαζόμενες και εργαζόμενους στις απεργιακές κινητοποιήσεις, σε μοιράσματα σε σχολές, κ.α.

Στον κλάδο της έρευνας απασχολείται μία τεράστια μάζα κόσμου[2] που δουλεύει σε πανεπιστήμια και (ημι-)δημόσια ερευνητικά ινστιτούτα ως μπλοκάκηδες, συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ή υπότροφοι. Πρόκειται για υποψήφιους διδάκτορες, (συχνά «αιώνιους») μετα-διδάκτορες και ανθρώπους που μπορεί να αναλαμβάνουν πιο τεχνικές αρμοδιότητες: από προγραμματισμό μέχρι γραμματειακή υποστήριξη. Στη συνήθη περίπτωση, οι συμβάσεις των εργαζόμενων ανανεώνονται ανάλογα με το αν το ερευνητικό μαγαζάκι του κάθε καθηγητή εξασφαλίζει χρηματοδοτούμενα πρότζεκτ και για την επόμενη χρονιά. Στην περίπτωση της παροχής διδακτικού έργου σε πανεπιστήμια είναι πλέον διευρυμένο το φαινόμενο να υπογράφονται συμβάσεις ανά εξάμηνο. Αυτό το καθεστώς επισφάλειας φτάνει να αξιοποιείται και κατασταλτικά απέναντι στα φοιτητικά κινήματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Σχολής Καλών Τεχνών φέτος, όπου 13 εργαζόμενοι με συμβάσεις έργου έχουν πληρωθεί μόνο για το ⅓ του εξαμήνου καθώς η διοίκηση επικαλείται την κατάληψη και το «χαμένο εξάμηνο» (που η ίδια επέβαλε εκδικητικά προς τους φοιτητές) για να μην τους πληρώσει.

Η διαρκής τάση μαζικοποίησης[1] και βιομηχανοποίησης της έρευνας που συμβαδίζει με τη διαδικασία επιχειρηματικοποίησης του ελληνικού Πανεπιστημίου των τελευταίων 2-3 δεκαετιών οδηγεί σε έναν μερικό επανακαθορισμό του υποκειμένου της έρευνας. Οι ερευνήτριες ταυτίζονται όλο και λιγότερο με το υπόδειγμα του αριστούχου απόφοιτου με όνειρο να προσφέρει ανιδιοτελώς στην επιστήμη. Οι μεγάλες καρέκλες δεν περισσεύουν και οι διέξοδοι καριέρας στενεύουν. Στον κλάδο της έρευνας συντηρείται ένα καθεστώς ακραίας ελαστικότητας και επισφάλειας. Η επιλογή αυτογκόλ της τηλεργασίας που έμεινε «κουσούρι» στους εργαζόμενους από τα λοκντάουν –σε τομείς όπου είναι αυτή εφικτή–  τους απομονώνει ακόμα περισσότερο.

Η ατομικοποίηση είναι αρκετά βασικό στοιχείο του εν λόγω κλάδου. Συχνά, το τυράκι για να αποδεχθείς την επισφαλή και χαμηλόμισθη εργασιακή συνηθήκη του εργαστηρίου –πέρα από τη σχετικές σου κλίσεις ή τη λόξα σου με την επιστήμη– είναι οι καλύτερες μισθολογικές προοπτικές σε σχέση με λιγότερο ειδικευμένους εργαζόμενους (αν αφήσεις τον επιβλέποντα σου να σε στύψει αρκετά και σου δώσει διδακτορικό), ή ακόμα, η εμπορευματοποίηση των ερευνητικών σου αποτελεσμάτων με τη μορφή «νεοφυούς» επιχείρησης (βλ. start-up και spin-off). Όντως, κάποιος κόσμος καταφέρνει να αναρριχηθεί πολύ επιτυχώς στην κοινωνική πυραμίδα ελισσόμενος κατάλληλα. Δεν λείπουν όμως πια οι περιπτώσεις που εργαζόμενοι καταλήγουν να βγαίνουν στη σύνταξη παραμένοντας για όλο τον εργασιακό τους βίο σε καθεστώς ανανεούμενων συμβάσεων.

Μιας και το ζήτημα της αξιολόγησης έχει μπει, όχι μόνο στο επίκεντρο των δικών μας ενδιαφερόντων, αλλά πρωτίστως του ίδιου του κράτους –ως τεχνική διακυβέρνησης και αναδιάρθρωσης συγκεκριμένων εργασιακών κλάδων και ολόκληρων τομέων (π.χ. υγεία, εκπαίδευση)– αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα είναι από τους κατεξοχήν κλάδους όπου η παραγωγικότητα του εργαζόμενου μετριέται με αυστηρούς ποσοτικούς όρους: βλέπε «επιστημονικές» μετρικές που σχετίζονται με τον αριθμό των δημοσιεύσεων και τις (ετερο)αναφορές κ.α. Ακόμη, με νόμο που πέρασε το 2020, ο αριθμός των ερευνητικών πρότζεκτ, τα ερευνητικά αποτελέσματα και οι αντίστοιχες μετρικές αποτελούν τα κυριότερα κριτήρια για τη διαμόρφωση του ετήσιου προϋπολογισμού κάθε πανεπιστημιακού ιδρύματος.

Αποτελεί πάντως ακόμα στοίχημα το κατά πόσο οι αγώνες στην έρευνα θα κεντροβαρίζουν σε κλαδικά-επαγγελματικά ζητήματα, ή αν θα μπορέσει να υπάρξει πιο αποτελεσματική σύνδεση με άλλες ομάδες μέσα στα πανεπιστήμια και τα ινστιτούτα (φοιτήτριες, διοικητικοί υπάλληλοι, καθαρίστριες, κ.λπ.), αλλά και έξω από αυτά. Αν επίσης θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα αγκάθι για τα σχέδια της συνεχιζόμενης επιχειρηματικοποίησης και περίφραξης των ιδρυμάτων. Κάποια δείγματα εμπλοκής του πιο πολιτικοποιημένου κομματιού των ερευνητ(ρι)ών στις συγκεντρώσεις ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία στις πύλες της πανεπιστημιούπολης και της πολυτεχνειούπολης σίγουρα είναι μία καλή εξέλιξη.

Στοίχημα επίσης αποτελεί αν οι αγώνες θα μπορέσουν να αποκτήσουν έναν αυτοοργανωμένο προλεταριακό χαρακτήρα που να ξεπερνά τον συνδικαλιστικό ρόλο του «είμαι εδώ για να σου λύσω τα προβλήματα». Σε στιγμές αγώνα οι εργαζόμενες πρέπει και μπορούν να αμφισβητήσουν και να υποσκάψουν την εξουσία των ΔΣ των σωματείων τους. Η δύναμη της απεργίας δεν είναι οι διάφορες ανακοινώσεις στήριξης άλλων σωματείων που εξασφαλίζονται (συνήθως) μέσα από συνεννοήσεις μεταξύ διοικήσεων. Καλές και οι ανακοινώσεις, αλλά εμείς,  από τα κάτω, πρέπει να βάλουμε μπροστά τη φαντασία μας να δουλέψει, με όλη την «προβοκατόρικη» και «πονηρεμένη» διάθεσή μας, και να μην σερνόμαστε ως άνευροι εκτελεστές προειλημμένων αποφάσεων· ούτε βέβαια και να καθόμαστε άπραγοι και πλήρως αλλοτριωμένοι στη δουλειά μας επειδή «δεν γουστάρουμε τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία» ή γιατί «δεν ασχολούμαι μωρέ πολύ με τα εργατικά»…

[1] Για να έχουμε μια αντίληψη των μεγεθών σημειώνουμε ότι το ΕΜΠ που μετρά 20.000 προπτυχιακούς φοιτητές (κάποια απ’ αυτούς φυσικά ανενεργοί), απασχολεί 4.000 «εξωτερικούς συνεργάτες», δηλαδή μπλοκάκηδες που κατά βάση απασχολούνται στην έρευνα (https://www.ntua.gr/images/promitheas/Promitheas-T1.pdf). Τα μέλη ΔΕΠ (βλέπε καθηγητές) είναι 500 και άλλο τόσο είναι το μόνιμο διοικητικό προσωπικό. Αντίστοιχα, στο ΕΚΠΑ με 45.000 προπτυχιακούς, οι διδακτορικοί φοιτητές είναι χοντρικά 9.000.
[2] Μέσα στην προηγούμενη δεκαετία σημειώνεται αύξηση των διδακτορικών φοιτητών περίπου κατά 35% (δική μας επεξεργασία στοιχείων από έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ: https://www.statistics.gr/…/6bc17b2e-dbd1-ccf9-6535…).

 

Φωτογραφίες από την απεργιακή κινητοποίηση στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΓΕΚ), όπου συγκεντρώθηκαν γύρω στα 100 άτομα. Ακολούθησε πορεία με κατάληξη στο προαύλιο της Ιατρικής Σχολής.

Φωνάχτηκαν συνθήματα όπως:

ΠΙΣΩ ΔΕΝ ΓΥΡΝΑΜΕ ΤΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΑ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΑ

 

ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΑ ΣΤΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ

ΤΩΡΑ ΜΑΣ ΖΗΤΑΝΕ ΚΙ ΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

 

ΙΚΥ – ΑΣΚΤ – ΕΚΠΑ – ΕΜΠ

ΤΙΣ ΕΡΓΑΤΟΩΡΕΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΜΕ ΑΜΙΣΘΙ

 

ΤΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΟΥΝ

ΙΚΥ ΚΑΙ ΓΓΕΚ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΟΥΝ

 

 

Υ.γ.: Με την ευκαιρία, επισυνάπτουμε κείμενο (έως τώρα αδημοσίευτο) με το οποίοι παρενέβησαν σύντροφοι –εργαζόμενοι στην έρευνα– στη γενική συνέλευση του ΣΕΡΕΤΕ στις 12/2/2022, θέτοντας το ζήτημα της άρνησης ελέγχου των πιστοποιητικών που ζητούνταν από τους/τις ανεμβολίαστους/ες ερευνήτ(ρι)ες στις δουλείες τους: https://againstbiopowerandconfinement.noblogs.org/…/pis… Η παρέμβαση είχε φυσικά από χλιαρή έως αρνητική υποδοχή από τις αριστερές δυνάμεις.