ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ // Κριτική του Διαχωρισμού-το αυτοπειθαρχικό υπόστρωμα του ρευστού, νεοφιλελεύθερου απαρτχάιντ

Εδώ σε pdf

Σχετικά με το πολιτικό ζήτημα του προγράμματος του υποχρεωτικού, μαζικού και καθολικού εμβολιασμού κατά της covid-19, καθώς και το ζήτημα του υγειονομικού/κοινωνικού απαρτχάιντ που έχει θεσμοθετηθεί και αποτελεί το εξίσου κατάπτυστο συμπλήρωμά του, θα ξεκινήσουμε από τα βασικά:

  1. Όπως έχει δείξει η ιστορία των τελευταίων εκατό και πλέον χρόνων, η επιμήκυνση του ανθρώπινου βίου και η μείωση της παιδικής θνησιμότητας, σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη, όπως η Ευρώπη και η βόρειος Αμερική, οφείλονται κατά κύριο λόγο στο τέλος των πολέμων, τη βελτίωση των συστημάτων θέρμανσης, ύδρευσης και αποχέτευσης στις πόλεις, τη μείωση του χρόνου εργασίας και τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών εργασίας χάρη στους αγώνες του εργατικού κινήματος, την καλύτερη διατροφή και την τήρηση μέτρων δημόσιας υγιεινής. Η συμβολή της ιατρικής (με τη στενή έννοια της θεραπείας μιας οξείας πάθησης ή ενός «ελαττώματος») στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι μικρή, με βασικότερη λειτουργία αυτή της επιδιόρθωσης της εργασιακής δύναμης.[1] Τα εμβόλια που όλοι κάναμε παιδιά εισήχθησαν ως επί το πλείστον μετά το 1950, όταν τα ποσοστά θνησιμότητας λόγω γνωστών λοιμωδών νόσων είχαν ήδη σημειώσει τεράστια πτώση σ’ αυτές τις περιοχές του πλανήτη. Ο εμβολιασμός έκτοτε έχει καθαρά προληπτικό χαρακτήρα.
  2. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πανδημίες ή εξάρσεις νοσημάτων με ανησυχητική συχνότητα. Σε όποιο λόγο και αν οφείλεται αυτή η έξαρση –στην εντατικοποίηση της καπιταλιστικής αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής, την εξόρυξη πρώτων υλών που καταστρέφει τα οικοσυστήματα, την απευθείας ή μέσω ξενιστών τυχαία μετάδοση των ιών στον άνθρωπο από κάποιο ζώο, τη διαφυγή ιών από ιολογικά εργαστήρια ή εργαστήρια βιολογικού πολέμου, τα παγκόσμια εμπορευματικά κυκλώματα του κεφαλαίου που συμπιέζουν τον κοινωνικό χωροχρόνο ή ένα συνδυασμό παραγόντων– το σίγουρο είναι ότι ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός δεν μπορεί να επιτύχει τη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού για ορισμένους ακόμα επιπλέον λόγους (που θα εξεταστούν πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο):
  • όπως συμβαίνει δεκαετίες τώρα με τα εμβόλια της γρίπης, τα εμβόλια κατά της covid-19 είναι πασιφανές πλέον ότι είναι αναποτελεσματικά ως προς την παύση της μετάδοσης της νόσου, μειώνοντας στην καλύτερη εκδοχή τις περιπτώσεις βαριάς νόσησης για μικρό χρονικό διάστημα,
  • ειδικά η ταχεία και μαζική παραγωγή εμβολίων γενετικής μηχανικής, σε συνδυασμό με την σχεδιασμένη μείωση του χρόνου νοσηλείας των ασθενών («τσιμπήστε-σκουπίστε-τελειώσατε» ή «διασωληνώστε-σκουπίστε- τελειώσατε») που παρακάμπτει την εξατομικευμένη ενασχόληση με τις ιδιαίτερες ανάγκες των ασθενών, εξυπηρετούν την επιβεβλημένη αναβάθμιση του σύγχρονου, φτηνού μοντέλου just-in-time ιατρικής,[2] μέσω του οποίου το καπιταλιστικό κράτος επιδιώκει να σταθεροποιήσει –αν όχι μειώσει– τις δαπάνες για το σύστημα υγείας και να επιταχύνει τη συνολικότερη μείωση του άμεσου και έμμεσου μισθού.

  1. Η μείωση του άμεσου και έμμεσου μισθού είναι ένας από τους παράγοντες που αντεπιδρούν στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους· είναι ένα από τα μέσα με τα οποία τα καπιταλιστικά κράτη προσπαθούν να υπερβούν τη χρόνια κρίση αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία, το βασικό τους ενδιαφέρον ήταν να μην την εκμεταλλευτεί το προλεταριάτο για να ζητήσει μείωση του χρόνου εργασίας, αύξηση των αναπαραγωγικών δαπανών, αύξηση του άμεσου μισθού, αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος για την «υγεία» και την «ασθένεια» προς όφελος των κοινωνικών αναγκών, πρόσβαση στον έλεγχο και τη διοίκηση των υπηρεσιών υγείας κλπ. Μη ξεχνάμε εξάλλου ότι οι ιατρικές αποφάσεις συνθέτουν ένα πλαίσιο κανονιστικής ισχύος και ως εκ τούτου αποτελούν αποφάσεις πιστοποίησης της ικανότητας ή ανικανότητας προς εργασία, ελεύθερης κυκλοφορίας, διαχείρισης φυλακισμένων ατόμων, μεταναστριών, μαθητών, φοιτητριών κλπ. και το κράτος και η ιατρική συντεχνία δεν έχουν καμία διάθεση να παραιτηθούν από τη μονοπώλησή τους.
  2. Για να αποτραπούν οι εργατικές διεκδικήσεις, το καπιταλιστικό κράτος έβαλε μπροστά τον Μάρτη του 2020 μια τεράστια επιχείρηση πειθάρχησης της εργασιακής δύναμης στην οποία έβαλαν πλάτη όχι μόνο τα συνδικάτα, οι συριζάδες και οι κουκουέδες, αλλά κι οι ακροαριστεροί και οι «αντιεξουσιαστές»: lockdown, απαγόρευση κυκλοφορίας, τηλεκπαίδευση, τηλεργασία, μάσκες παντού και επιβολή κανόνων κοινωνικής αποστασιοποίησης, πρόστιμα για τους παραβάτες των «προστατευτικών» μέτρων, υποχρεωτικός, μαζικός/καθολικός εμβολιασμός, απόλυση των ανεμβολίαστων εργαζόμενων, κατασυκοφάντηση όσων έσπαγαν την απαγόρευση κυκλοφορίας και αρνούνται σήμερα να εμβολιαστούν ως «ανεύθυνων», «αντικοινωνικών», «φασιστών» κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν δραματικά οι κοινωνικές-ταξικές συναντήσεις και αντιστάσεις τόσο στον δημόσιο χώρο όσο και τους χώρους εργασίας.

Όλοι και όλες ξέρουμε ότι το πρώτο λοκντάουν υπήρξε απόλυτα επιτυχές: χάρη στην υγειονομική τρομοκρατία και την απαγόρευση κυκλοφορίας, αλλά πάνω απ’ όλα χάρη στη συμμόρφωση του πληθυσμού, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, στην τηλεκπαίδευση και την τηλεργασία, η δημόσια σφαίρα καταργήθηκε και οι κοινωνικές αντιστάσεις στους κρίσιμους (ανα)παραγωγικούς τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης ειδικά και εν γένει σε κάθε τομέα της εκμετάλλευσης της εργασίας σίγασαν ολοκληρωτικά. Δεν συνέβη το ίδιο στη διάρκεια του δεύτερου πειθαρχικού λοκντάουν. Ο ακραία κατασταλτικός χαρακτήρας του οδήγησε στην ανάπτυξη αντι-μπατσικών κινημάτων την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2021, με αποκορύφωμα την εξέγερση στη Νέα Σμύρνη, πράγμα που οδήγησε στη λήξη του λοκντάουν δύο μήνες πριν το προαποφασισμένο τέλος του εν όψει της έναρξης εργασιών της τουριστικής βιομηχανίας.

Την άνοιξη του 2021, ο φόβος ότι η αμφισβήτηση της πιο ορατής πλευράς των πειθαρχικών λοκντάουν, της μπατσοκρατίας, μπορούσε να πάρει τα χαρακτηριστικά μιας γενικευμένης άρνησης των προϋποθέσεων εφαρμογής των ίδιων των λοκντάουν, καθώς και μιας συνολικότερης ανυποταξίας, ανάγκασε το δεξιό πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου να προσανατολιστεί προς μια δημοκρατικότερη βιοπολιτική διαχείριση και να αποσύρει προσωρινά τους μπάτσους από τον δημόσιο χώρο. Συνεπικουρούμενο από τις δυνάμεις της αριστερής δημοκρατικής βιοπολιτικής,[3] οι οποίες είχαν κάνει το καθήκον τους και είχαν περιορίσει την όποια οργισμένη προλεταριακή απάντηση στη συνθήκη του ψηφιακού εγκλεισμού σ’ ένα αντιδεξιό μέτωπο ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία και την «περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών», το κράτος άρχισε να προσαρμόζει τη στρατηγική του σε τεχνικές αυτοπειθάρχησης και ακραίας διαίρεσης των μισθωτών.

Για τη δεξιά φράξια του κεφαλαίου ένα πράγμα παραμένει ξεκάθαρο: δημοκρατική ή όχι, η διαχείριση της «υγειονομικής» διάστασης της κρίσης ως αυτό που είναι, δηλαδή ως συνέχιση και αναβάθμιση της δεκάχρονης πολιτικής των μνημονίων, δεν πρέπει να εκτροχιαστεί προς μια κατεύθυνση αύξησης των κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών. Για την αριστερά του κεφαλαίου από την άλλη μεριά, το ζητούμενο είναι να τηρηθούν τα απαγορευτικά – πειθαρχικά μέτρα ντυμένα με έναν φερετζέ τυπικών αιτημάτων για «αύξηση των δαπανών για την υγεία και την παιδεία», αιτήματα για την ικανοποίηση των οποίων φροντίζουν να μη γίνεται πρακτικά απολύτως τίποτα!

Και για τη μια και για την άλλη φράξια αυτής της αδήλωτης κυβέρνησης εθνικής ενότητας το καταλληλότερο μέσο για την επίτευξη των στόχων τους είναι η ιδεολογία της «ατομικής ευθύνης», την οποία φρόντισαν να ενδυναμώσουν με πολλούς τρόπους. Στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας αυτή η ιδεολογία ήταν το δίδυμο αδελφάκι του μενουμεσπιτισμού: «ατομική μας ευθύνη να μείνουμε σπίτι για να προστατεύσουμε τις ευάλωτες ομάδες» [και να τους αφήσουμε να κόψουν και άλλο τους μισθούς, προσθέταμε εμείς τότε ειρωνικά]. Στη διάρκεια της δεύτερης μακρόσυρτης καραντίνας το πολιτικό παιχνίδι που κυριάρχησε ήταν η κόντρα ανάμεσα στη δεξιά αυταρχική βιοπολιτική και την αριστερή δημοκρατική βιοπολιτική με νικήτρια στα σημεία τη δεύτερη. Στη σημερινή τρίτη φάση της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας η δεξιά αυταρχική βιοπολιτική μπήκε δυναμικά στο θεαματικό ριγκ της ψευτο-αντιπαράθεσής της με την αριστερά κραδαίνοντας το «δώρο της επιστήμης» που δοξάζει η τελευταία –το μυθικό εμβόλιο– αναγκάζοντας την αριστερά να μετονομάσει την υποχρεωτικότητά του σε… αίτημα για «μαζικό και καθολικό εμβολιασμό», λες και το κράτος ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό!

Για να το πούμε και αλλιώς: το κράτος εισήγαγε στις αρχές του 2021 ένα πρόγραμμα μαζικού και καθολικού εμβολιασμού· λόγω της άρνησης πολλών εργαζόμενων στις δομές υγείας να ενταχθούν σε αυτό το πρόγραμμα, η κυβέρνηση επέβαλλε άμεσα την υποχρέωση εμβολιασμού στον τομέα της υγείας και έμμεσα σε όλους τους υπόλοιπους εργαζόμενους δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με τα άρθρα 205 και 206 του ν. 4820/2021 (τα οποία θα σχολιάσουμε και παρακάτω), πάλι λόγω της χαμηλής συμμετοχής των εργαζόμενων στο πρόγραμμα μαζικού και καθολικού εμβολιασμού.

Αντίθετα με ό,τι ισχυρίζονται οι αριστεροί και οι «αντιεξουσιαστές» υποστηρικτές αυτού του προγράμματος, η εργατική τάξη ούτε ζήτησε τον μαζικό εμβολιασμό ούτε θεώρησε «ταξικό καθήκον» της να εμβολιαστεί. Και φυσικά δεν ζήτησε ούτε τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των υγειονομικών και την παραδειγματική απόλυσή τους ούτε την επιβολή προστίμων για την μη επίδειξη εβδομαδιαίων υποχρεωτικών rapid test. Πράγμα που έχει αναγκάσει τους ταλιμπάν σταυροφόρους του εμβολιασμού –αριστερούς και «αντιεξουσιαστές»– να φορέσουν την προβιά του «πολέμιου της κυβέρνησης»,[4] δηλαδή του πολέμιου ορισμένων τιμωρητικών επιπτώσεων της κρατικής πολιτικής (κι αυτό ακόμα στα λόγια) ώστε να μείνει αλώβητος ο καταναγκαστικός και πειθαρχικός πυρήνας του κρατικού προγράμματος: το εμβόλιο, αυτό το αμφιβόλου ποιότητος επιδοματάκι έκτακτης ανάγκης των 20 ευρώ, δεν είναι μόνο η συνέχεια των επιδομάτων αναστολής εργασίας κατά τη διάρκεια των δύο λοκντάουν· είναι επίσης, μαζί με το rapid test, το μέσο ελέγχου του εργάσιμου και καταναλωτικού βίου των μισθωτών και, ακόμα περισσότερο, ένα βασικό μέσο αξιολόγησης και διαίρεσής μας σε «καλούς, πειθήνιους και αλληλέγγυους πολίτες» και «κακούς, απείθαρχους και ατομικιστές πληβείους».

Εάν όλα τα, εκ των υστέρων χαρακτηρισθέντα, μοντέλα κοινωνικού απαρτχάιντ που εγκαθιδρύθηκαν στις διαφορετικές ιστορικές περιόδους βασίστηκαν στον εξοστρακισμό του Άλλου, εκείνου δηλαδή που προσωποποιούσε (υλικά ή συμβολικά) συγκεκριμένα, ταυτοτικά χαρακτηριστικά, τα τελευταία, παρότι αποτελού(σα)ν δρώσες, κοινωνικές επινοήσεις –κάποιες προτιμούν τον όρο κατασκευές– ενείχαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σχετικά «αντικειμενικοποιημένους» ενδοκοινοτικούς διαχωρισμούς.

Παραδείγματος χάρη, ενώ είναι γνωστό ότι η έννοια της «λευκότητας» κατασκευάστηκε στο εργαστήρι της ταξικής κοινωνίας, και δεν αποτελεί μια a priori, αυταπόδεικτη, φυσική/βιολογική κατηγορία, εν τούτοις οι διαχωρισμοί που επιβλήθηκαν στο όνομά της παγιώνονταν στο κοινωνικό έδαφος, με την έννοια ότι ο μη-λευκός Άλλος –κατηγορία που στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αρχικά συμπεριελάμβανε έλληνες και άλλους μετανάστες από τη νότια Ευρώπη– δεν μπορούσε ατομικά, δηλαδή με μια οικειοθελή/συναινετική, διοικητική, ιατρική ή άλλη πράξη, να ανατρέψει τη συνθήκη που τον ταξινομούσε στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Αντίθετα, το σημερινό υγειονομικό απαρτχάιντ, που φαίνεται να μονιμοποιεί η νεοφιλελεύθερη βιοεξουσία σε συνθήκες «έκτακτης ανάγκης», (ανα)παράγει ένα πολύ πιο ρευστό –εξού και επικίνδυνο– πεδίο κοινωνικής κατηγοριοποίησης. Εδώ το διαχωριστικό κριτήριο –η αυτοπειθάρχηση στην (άμεση και έμμεση) επιβολή μιας ιατρικής πράξης, του εμβολιασμού– είναι ταυτόχρονα σαφές (βλ. δίπολο εμβολιασμένος/ ανεμβολίαστος), αλλά και υπό διαρκή αίρεση, ακριβώς επειδή συνδέεται με τον ασταθή εννοιολογικά καθορισμό του ποια είναι «υγιής» και ποια όχι.[5]

Έτσι, εν όψει της θεσμοθέτησης επαναληπτικών δόσεων (οι φαρμακευτικές ήδη ετοιμάζονται να λανσάρουν ετήσιο εποχικό εμβόλιο για την covid-19, μαζί με αυτό της γρίπης), άρα και της αλλαγής του ιατρικού υποδείγματος προς την κατεύθυνση της διαρκούς τεχνητής ανοσοποίησης, η πολίτης θα καλείται να αποδεικνύει, σε τακτά  χρονικά διαστήματα, την πιστή συμμόρφωσή της στα μέτρα «προστασίας της δημόσιας υγείας» που κάθε φορά θα επιλέγει η εκάστοτε επιβλέπουσα αρχή.

Πράγματι, το νήμα τερματισμού, σε αυτόν τον δυστοπικό μαραθώνιο, θα μετατίθεται χρονικά διαρκώς. Και όσοι συνεχίζουν να αντέχουν, θα συνεχίζουν να έχουν πρόσβαση, ως (αυτο)πειθαρχημένη εργασιακή δύναμη στο τετράγωνο, στην «υγειονομικά καθαρή» κοινότητα που αναδιοργανώνει το κεφάλαιο (και τα κράτη του) για την εκμετάλλευσή της.

Το νεοφιλελεύθερο βιοπολιτικό κράτος:  εμβόλια, rapidtest & κοινωνικός έλεγχος

Εργαλείο, λοιπόν, της φθηνής (φθηνής σε σχέση με τις ανάγκες μας, αλλά και για το κεφάλαιο, συγκριτικά με μια δημοσιονομική μεταβολή προς την κατεύθυνση αύξησης των κοινωνικών αναπαραγωγικών δαπανών) διαχείρισης της πανδημίας που οργανώνει το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου, αλλά και μέσο, ταυτόχρονα, για την περαιτέρω αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, εντός του νέου κύκλου γενικευμένης πειθάρχησης του προλεταριάτου, αποτελεί ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός του πληθυσμού –άμεσα υποχρεωτικός για κάποιες εργαζόμενες, έμμεσα σχεδόν για όλες–  που προωθεί η κυβέρνηση.

Ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός του πληθυσμού ως πράξη «ύψιστης ευθύνης» δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση πολιτών δύο κατηγοριών, δηλαδή για την εδραίωση ενός υγειονομικού απαρτχάιντ που διαιρεί καίρια την ήδη κερματισμένη εργατική τάξη. Η αυστηρή χρήση των πιστοποιητικών υγειονομικών φρονημάτων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία και η Γαλλία (βλ. ένθετο), έχει ήδη επιτρέψει αυτή τη διαίρεση:

  • είτε αυτό αφορά τον μισθό (βλ. αναστολές εργασίας άνευ απολαβών για τις ανεμβολίαστες εργαζόμενες στους κλάδους όπου ο εμβολιασμός είναι διά νόμου υποχρεωτικός∙ στους υπόλοιπους κλάδους η υποχρεωτική πιστοποίηση, μέσω rapid-test, της δυνατότητας για εργασία ή φοίτηση επιβαρύνει οικονομικά τις ανεμβολίαστες εργαζόμενες ή φοιτήτριες)∙ [6]
  • είτε αυτό αφορά συνταγματικά διασφαλισμένες λειτουργίες αυτής καθαυτής της κοινωνίας των πολιτών (βλ. απαγόρευση συμμετοχής ανεμβολίαστων σε γενικές συνελεύσεις και εκλογοαπολογιστικές διαδικασίες σωματείων, επαγγελματικών συλλόγων κλπ.)∙[7]
  • είτε, τέλος, αυτό αφορά τη δυνατότητα (μετα)κίνησης (οι περιφράξεις γενικεύονται στον μητροπολιτικό ιστό και από εκεί στο σύνολο της χώρας) και έκφρασης στη δημόσια σφαίρα (οι κατασταλτικές/λογοκριτικές ενέργειες εταιρειών, όπως το facebook, και επαγγελματικών συλλόγων, όπως ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών,[8] παντρεύονται αρμονικά με τον παροξυσμό διαδικτυακού bullying που ασκούν οι κάθε καρυδιάς φιλοεμβολιαστές).

Παρότι ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός για την covid-19 διαφημίστηκε από την έναρξη της πανδημίας ως η μοναδική και οριστική λύση απελευθέρωσης από αυτήν –αφήγημα που εδώ και καιρό, πέρα από την κυβέρνηση που το πρωτοεισήγαγε, έχει υιοθετήσει το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου– σε μια προσπάθεια να αποσιωπηθεί και να κατασιγαστεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας, επιστημονικά δεδομένα αποδεικνύουν το αντίθετο. Πιο συγκεκριμένα:

α) μελέτες, τις οποίες δεν αμφισβητούν ούτε οι φαρμακευτικές, πλέον συνηγορούν στο ότι λόγω των μεταλλάξεων τα εμβόλια προσφέρουν περιορισμένη προστασία, καθώς τα εμβολιασμένα άτομα εξακολουθούν και να νοσούν και να μεταδίδουν περαιτέρω τον ιό,[9] καθιστώντας το τεχνητό «τείχος ανοσίας» μια φενάκη∙[10]

β) οι ίδιες οι φαρμακευτικές αναγνωρίζουν την ύπαρξη σοβαρών και συχνών, σε συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες (π.χ. ανήλικα άτομα και νεαρές γυναίκες), παρενεργειών των πειραματικών εμβολίων τους –εξού και έσπευσαν να οχυρωθούν πίσω από «νομικές ασυλίες» και «ειδικές άδειες», ενώ, ταυτόχρονα οι κρατικές υπηρεσίες φαρμακοεπαγρύπνησης κάθε άλλο παρά επαγρυπνούν, υποκαταγράφοντας τις παρενέργειες (ακόμη και περιστατικά θανάτων)∙[11]

γ) η φυσική ανοσία ενδέχεται να παρέχει ισχυρότερη και μακροβιότερη προστασία από την τεχνητή, η οποία άλλωστε εξασφαλίζεται μόνο με επαναληπτικές δόσεις∙[12]

δ) τα ίδια τα κράτη (βλ. πχ. το Ισραήλ) αρχίζουν να επιβάλουν, μέσω διοικητικών αποφάσεων, επαναληπτικές δόσεις, καθιστώντας όσους πρώην «προνομιούχους» δεν συμμορφώνονται στις επικαιροποιημένες ντιρεκτίβες σε νέους αποσυνάγωγους: το νέο μοντέλο απαρτχάιντ, όπως συζητήσαμε και στην προηγούμενη ενότητα, θεμελιώνεται σε μία a priori διάχυτη και ταυτόχρονα ρευστή συνθήκη.

Αν και τα παραπάνω σημεία προφανώς δεν εξαντλούν την κριτική, από ενδοεπιστημονική σκοπιά και μόνο, στα νεολανσαρισμένα εμβόλια –κάτι τέτοιο υπερβαίνει αφενός τις γνώσεις μας, αφετέρου τους σκοπούς της παρούσας έκδοσης–, αρκούν εντούτοις για να καταδειχτεί ότι ολόκληρο το πλέγμα πιστοποίησης της «υγείας» των πολιτών έναντι του ιού (πιστοποιητικό εμβολιασμού, πιστοποιητικό πρόσφατης νόσησης, αρνητικό rapid-test/self-test) που περιγράφηκε παραπάνω και στο οποίο θεμελιώνεται η επιβολή κοινωνικών διακρίσεων, δεν έχει καμία υγειονομική βάση, καθώς η οποιαδήποτε «πιστοποιημένη», με έναν από τους τρεις διαθέσιμους από το κράτος τρόπους, μπορεί και να νοσήσει και να μεταδώσει τη νόσο, ανά πάσα στιγμή.

Το ότι στερείται υγειονομικής σημασίας, όμως, δεν σημαίνει ότι στερείται ουσίας, εν γένει, για το καπιταλιστικό κράτος! Άλλωστε, η διεθνής του κεφαλαίου έχει, σαν έτοιμη από καιρό, ήδη πάρει τις αποφάσεις της, επιλέγοντας τη στρατηγική του μαζικού/καθολικού (από ό,τι φαίνεται ακόμη και ανήλικων ατόμων) και υποχρεωτικού (για ορισμένες κατηγορίες εργαζόμενων) εμβολιασμού! Γιατί, λοιπόν, κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση;

Κάποιες ερμηνείες εστιάζουν στο ότι πρόκειται απλά για μια πολιτική επιλογή με την οποία οι κυβερνήσεις εξασφαλίζουν κοινωνική νομιμοποίηση μέσω της επίδειξης αποφασιστικότητας και πυγμής, προτιμώντας να κάνουν κάτι «δραστικό» από το να μην κάνουν τίποτα. Άλλες εστιάζουν στους οικονομικούς και ευρύτερους, γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς που σχετίζονται με τη μαζική παραγωγή βιοτεχνολογικών εμβολίων που πλασάρουν οι εμπλεκόμενες φαρμακοβιομηχανίες, την εξόρυξη ψηφιοποιημένων βιομετρικών δεδομένων κλπ. Τέτοια επεξηγηματικά σχήματα έχουν μεν ισχύ, δεν μπορούν, όμως, να περιγράψουν ικανοποιητικά άλλες, βαθύτερες πλευρές των καπιταλιστικών ελιγμών. Αναγιγνώσκοντας την ιστορία πρώτα και κύρια μέσα από τον φακό της ταξικής πάλης, μπορεί κανείς να διακρίνει άλλες ουσιαστικές πλευρές της κρατικής πολιτικής.

Τα νεοφιλελεύθερα καπιταλιστικά κράτη, μένοντας λυσσαλέα πιστά στο δόγμα της φθηνής και επωφελούς για τα ίδια –και τα κεφάλαια που εκπροσωπούν– διαχείρισης της πανδημίας, επιλέγουν ένα γρήγορο φιξάρισμα, δηλαδή να αποτρέψουν από το να αρρωστήσουν βαριά και να νοσηλευτούν λόγω covid-19 στα αποδεκατισμένα δημόσια νοσοκομεία, όσο περισσότεροι εργαζόμενοι γίνεται, έστω και αν αυτή η προστασία αφορά σύντομο χρονικό διάστημα –ήδη για να παραταθεί, εφήμερα, η περίοδος ανοσολογικής απόκρισης μεθοδεύεται, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η επιβολή επαναληπτικών δόσεων– έστω και αν αυτή η επιλογή οδηγήσει σε κάποιους πρόωρους θανάτους λόγω σοβαρών παρενεργειών. Επιλέγουν, λοιπόν, μια πολιτική μείωσης των νοσηλειών, διότι θέλουν να συνεχίσουν την πολιτική συγκράτησης, αν όχι μείωσης των δαπανών για την υγεία, οξύνοντας ταυτόχρονα την επίθεση στην εργατική τάξη που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και σε άλλα πεδία. Έτσι, η υπερπροβολή της εμβολιαστικής «πανάκειας», πέτυχε –σε αγαστή συνεργασία με το από-τα-κάτω φιλοεμβολιαστικό «κίνημα»– να αποσιωπηθεί, η οποιαδήποτε απόπειρα άρθρωσης, αρχικά, ερωτημάτων –σε ενδοεπιστημονικό ή άλλο επίπεδο– σχετικά με την υγειονομική αποτελεσματικότητα των νέων εμβολίων, σε σύγκριση με άλλα κοινωνικά μέτρα, όπως η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις μεγαλουπόλεις, η ποιοτική βελτίωση των δαπανών για τη δημόσια περίθαλψη και γενικότερα των κοινωνικών αναπαραγωγικών δαπανών, ως κομματιού του έμμεσου μισθού μας.[13] Στη συνέχεια, συνέβαλε στην ειρηνοποίηση των κοινωνικών εντάσεων, απονομιμοποιώντας στην πράξη τους αγώνες ενάντια στο υγειονομικό απαρντχάιντ και τη μείωση του μισθού, όπως είχε συμβεί και στο πρόσφατο παρελθόν, εξαιτίας της συμμόρφωσης στα λοκντάουν και την καθημερινή υγιεινιστική τρομοκρατία (βλ. το γνωστό τετράπτυχο: αποστάσεις, μάσκες, γάντια, απολυμαντικό). Τέλος, πέτυχε να παραμεριστεί η συζήτηση τόσο για τις πιθανές κοινωνικές αιτίες της πανδημίας, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο τα διεθνή κυκλώματα καπιταλιστικής συσσώρευσης επιτάχυναν την εξάπλωσή της.

Ως μέτρο προστασίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη, ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός εκ των πραγμάτων εξαντλείται σε μια σειρά επαναλαμβανόμενων και τυποποιημένων ιατρικών πράξεων ανά άτομο-δυνάμει ασθενή, πλήρως συμβατών τόσο με το νέο φτηνό μοντέλο just-in-time ιατρικής που μας υπόσχεται η νέα εποχή όσο και με τη βαθύτερη ιατρικοποίηση/βιολογικοποίηση των όρων συγκρότησης της εργατικής υποκειμενικότητας –άρα και των δικαιωμάτων πρόσβασης στην κοινωνική ζωή. Παρότι πλασάρεται ως εγγύηση για την «ταχεία», έστω και σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, θωράκιση της «υγείας» και συνεπώς για την απρόσκοπτη εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης, η τρέχουσα παγκόσμια σταυροφορία βασίζεται, όπως είπαμε, σε αμφιβόλου ποιότητας, πειραματικά εμβόλια, η ανάπτυξη και διανομή των οποίων, διόλου τυχαία, είναι και θα συνεχίσει να είναι, εν όψει των επαναληπτικών δόσεων, αφενός εξαιρετικά επικερδής για τις φαρμακοβιομηχανίες, αφετέρου άμεσα επικίνδυνη για την υγεία κάποιων χιλιάδων εργαζομένων που θα εμφανίσουν σοβαρές παρενέργειες –οι πιο «άτυχοι» εξ αυτών θα πεθάνουν.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, το μέτρο του μαζικού εμβολιασμού αντιτίθεται στις δικές μας προσπάθειες συλλογικού αυτοκαθορισμού της έννοιας της υγείας, ενώ ταυτόχρονα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, είναι βολικό για τους καπιταλιστές. Γι’ αυτό άλλωστε και οι (υπερ)κρατικοί αρμόδιοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να παρακάμπτουν τις τυπικές διαδικασίες έγκρισης των εμβολίων με επιστημονικά ανεπαρκείς, σύμφωνα πάντα με τα πρωτόκολλα που έχουν οι ίδιοι θεσπίσει, «έκτακτες διαδικασίες», που αναιρούν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Η διαδικασία έγκρισης, που τα κράτη και τα μήντια μάς παρουσίασαν ως «τελική», ούτε «τελική» είναι ούτε «κανονική». Ταυτόχρονα, πιο πολλά ερωτήματα γεννά, παρά λύνει απορίες: πχ. τι είδους «έγκριση» είχαν έως τώρα ώστε να δικαιολογηθεί η κατανάλωση δισεκατομμυρίων δόσεων, ή, επίσης, γιατί δεν αίρεται η σκανδαλώδης ασυλία των φαρμακευτικών εταιρειών που τα παράγουν και των «ειδικών» που τα επιβάλλουν σε μαζική κλίμακα, όσον αφορά τις ποινικές ευθύνες για τις ανεπιθύμητες παρενέργειες από τα «κανονικά εγκεκριμένα», πλέον, εμβόλια; [14]

Το μέτρο του μαζικού εμβολιασμού, λοιπόν, αποτελεί την επιτομή της φθηνής και επωφελούς διαχείρισης της πανδημίας από την άνοιξη του 2021 και μετά. Αναδεικνύει τον πατερναλιστικό-προστατευτικό ρόλο του κοινωνικού κράτους, που αφενός επιχειρεί να προστατεύσει την εργασιακή δύναμη εν γένει και να εξασφαλίσει την «υγεία» των πωλητών της, αφετέρου να επιβάλλει έναν στενό ορισμό για την υγεία, αυτόν της όσο πιο φθηνής και γρήγορης διασφάλισης της παραγωγικής συμμετοχής στα κάτεργα της μισθωτής εκμετάλλευσης. Αποκλίσεις από τον ορισμό αυτό που αρθρώνονται από προλεταριακή σκοπιά δεν μπορούν, βέβαια, να γίνουν ανεκτές από το κεφάλαιο και το κράτος του, αφού θέτουν σε νέες βάσεις τα πάγια αιτήματα της τάξης μας για την αύξηση των κοινωνικών αναπαραγωγικών δαπανών στον τομέα της υγείας πιο ειδικά, αλλά και πιο συνολικά για αύξηση του άμεσου κι έμμεσου μισθού. Επίσης, σαμποτάρουν τις τρέχουσες διαδικασίες συγκρότησης του νέου, πειθαρχημένου και ακόμη πιο απομονωμένου εργατικού υποκειμένου.

Επιστρέφοντας στο εγχώριο παράδειγμα, τώρα, το κράτος συνεχίζει, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω πιο αναλυτικά, τη στρατηγική ριζικής αναδιάρθρωσης του δημόσιου συστήματος ιατροφαρμακευτικής και προνοιακής περίθαλψης, είτε αυτό αφορά την επέκταση της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, είτε την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και περίφραξή του, στοχεύοντας έτσι να ενισχύσει τον just-in-time, πειθαρχικό χαρακτήρα του ΕΣΥ, ενώ παράλληλα προσπαθεί να εγγυηθεί την κατά το μέτρο του δυνατού ομαλή (δηλαδή, χωρίς πολλές κοστοβόρες απουσίες λόγω νόσησης ή άμεσης επαφής με άλλους νοσήσαντες) λειτουργία των χώρων άντλησης υπεραξίας.

Για αυτόν τον λόγο η κρατική απάντηση, όταν εκδηλώθηκαν έμπρακτες αντιρρήσεις ως προς το ζήτημα του εμβολιασμού (ως άρνηση, ενδοιασμός, αμφισβήτηση, φόβος κλπ.), υπήρξε εν μέρει επιθετική: πέραν της επίμονης συνέχισης της διασποράς της καπιταλιστικής ιδεολογίας της «ατομικής ευθύνης» και της «υπευθυνότητας προς το κοινωνικό σύνολο και την προστασία της δημόσιας υγείας», ως απαραίτητου ενδιάμεσου βήματος, το κράτος προχώρησε στη μερική επιβολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού, για αρχή στις εργαζόμενες στην υγεία και την πρόνοια, σε εκείνες τις εργαζόμενες, δηλαδή, των οποίων η πιθανή άρνηση εθελοντικής συμμετοχής στο πρόγραμμα εμβολιασμού θα κατέστρεφε εν τη γενέσει του το κρατικό αφήγημα.

Υπήρξε, όμως, κυρίως ύπουλη, αφού με τον ν. 4820/21, για τον οποίο θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά παρακάτω, επέκτεινε το διευθυντικό δικαίωμα σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται άμεσα δυνατός ο εκβιασμός των ανεμβολίαστων εργαζόμενων. Η υποχρεωτικότητα, λοιπόν, επιβλήθηκε έμμεσα και από την πίσω πόρτα, σε κάθε εργαζόμενη ξεχωριστά, η οποία επί μήνες δέχεται το καθημερινό πρεσάρισμα των αφεντικών: «εσύ δεν έκανες ακόμη το εμβόλιο;», «πότε έκλεισες ραντεβού, γιατί το καθυστερείς;» είναι μερικές μόνο από τις ατάκες που ακούγονταν σε επιθετικό τόνο και ήδη είχαν ως αποτέλεσμα απολύσεις εργαζομένων, για τις οποίες δεν ακούστηκε κιχ.[15]

Η επιβολή της έμμεσης υποχρεωτικότητας, όχι μόνο πρόσφερε ένα επιπλέον όπλο στα χέρια των αφεντικών, ώστε να προχωρήσει περαιτέρω η αναδιάρθρωση των σχέσεων εργασίας (πχ. στον χώρο των σχολείων αποτελεί ήδη μια πρώτη μορφή αξιολόγησης των καθηγητ(ρι)ών και των σχολικών μονάδων), αλλά ταυτόχρονα θεμελίωσε ένα αποτελεσματικό μέσο ακόμη πιο εντατικού και οριζόντιου ελέγχου της κίνησης στον δημόσιο χώρο: κάποτε δείχναμε αραιά και πού ταυτότητα σε καμιά αναπάντεχη εξακρίβωση, στην τράπεζα, στο ταχυδρομείο, όταν μας ερχόταν συστημένο γράμμα, άντε σε κανά σινεμά άμα είχαμε κερδίσει πρόσκληση∙ τώρα η συχνότητα με την οποία δείχνουμε και ταυτότητα και πιστοποιητικά υγείας ή/και μας θερμομετρούν είναι εξωφρενική. Βάσει αυτού του πυκνού πλέγματος σημείων καθημερινού ελέγχου θεμελιώνονται σήμερα οι αποκλεισμοί σε μια σειρά κοινωνικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί, πέραν αυτών, και ένα μέτρο με σαφή στόχευση την περίφραξη του ελεύθερου χρόνου του προλεταριάτου από τη στιγμή που ακόμα και η είσοδος σε ανοιχτό γήπεδο είναι εντελώς απαγορευμένη σε μη εμβολιασμένους, ενώ για μια έξοδο για φαγητό μια τετραμελής οικογένεια με εμβολιασμένους τους δύο γονείς θα πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη για τα rapid test των δύο ανήλικων τέκνων.[16]

Τέλος, και πιο σημαντικό, η έμμεση υποχρεωτικότητα του μαζικού/καθολικού εμβολιασμού αποτελεί, χάρη και στη δράση διαφόρων συνδικαλιστικών και αριστερών οργανώσεων, όπως και φωνών εντός του αντιεξουσιαστικού χώρου, μέσο για τη θεμελίωση νέων διαχωρισμών εντός της εργατικής τάξης. Στους εξειδικευμένους και ανειδίκευτους, στις μόνιμες και τις προσωρινές, στους εργατικούς και τους τεμπέληδες, προστίθενται τώρα μια νέα, εξίσου αλλοτριωτική, διαίρεση: οι εμβολιασμένοι και οι ανεμβολίαστοι. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι εντός κοινωνιών οργανωμένων από την καπιταλιστική βιοεξουσία, ενώ η συνεχιζόμενη κρίση αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων βαθαίνει με την εκδήλωση της νέας κοινωνικής κρίσης που έχει και υγειονομικό χαρακτήρα, ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός, όπως και κάθε μέτρο υποτιθέμενης «προστασίας» από την πανδημία, δεν έχει καμία αντικειμενική και αυταπόδεικτη αξία. Είναι γνωστό άλλωστε ότι καμία λοιμώδης νόσος δεν αντιμετωπίστηκε μόνο χάρη στον μαζικό/καθολικό εμβολιασμό: αντίθετα ήταν η αλματώδης βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης (βλ. πρόσβαση σε καθαρό νερό, αποχετευτικό σύστημα, σωστή διατροφή κλπ.) εκείνη που κατά κύριο λόγο συνέβαλε σε αυτό καθοριστικά, ενώ τα εμβόλια είχαν συμπληρωματικό, και μόνο, ρόλο. Τα εμβόλια, επομένως, δεν είναι «απλές αξίες χρήσης», όπως μας βομβαρδίζει μήνες τώρα η αντιεξουσιαστική πτέρυγα του φιλοεμβολιαστικού τόξου! Μάλιστα, στον βαθμό που κατέστη εμμέσως υποχρεωτικός, ο μαζικός/καθολικός εμβολιασμός συνιστά άλλη μια βίαιη επέμβαση βιοπολιτικού, πειθαρχικού χαρακτήρα, η άρνηση της οποίας σημαίνει περιορισμένα δικαιώματα μετακίνησης, πρόσβασης σε υπηρεσίες (πχ. υγείας), κοινωνικό στιγματισμό, ακόμα και απόλυση!

Η αναδιάρθρωση του εθνικού συστήματος υγείας

Ας κάνουμε τώρα κάποια βήματα προς τα πίσω για να δούμε πώς και γιατί η ανάπτυξη της μορφής του κοινωνικού κράτους οδήγησε στη δημιουργία αυτού του τομέα ελέγχου και επιδιόρθωσης της εργασιακής μας δύναμης που γνωρίζουμε ως υπηρεσίες υγείας.

Ο αυξανόμενος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας από τη μία και η σταθερή εχθρότητα των «επικίνδυνων τάξεων» απέναντι στο κεφάλαιο από την άλλη επιτάχυναν μέσα στον 20ο αιώνα τη διαδικασία ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους και άρα την πολιτική ενσωμάτωσης της τάξης μέσα από τη θεσμοποίηση ή κρατικοποίηση μιας σειράς τομέων αναπαραγωγής της: μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η παροχή ιατρικής κάλυψης/περίθαλψης γίνεται υποχρεωτική, επεκτείνεται η ασφάλιση για εργατικά ατυχήματα, καθιερώνονται για όλον τον πληθυσμό οι συντάξεις γήρατος και αναπηρίας. Η περαιτέρω συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και η αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού μεταπολεμικά που μετέτρεψαν το κράτος σε συλλογικό καπιταλιστή και συλλογικό εκπρόσωπο του κεφαλαίου σήμαιναν την αναγνώριση της απειλής της εργατικής τάξης και την ανάγκη ενσωμάτωσής της στο κύκλωμα του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου ως μοχλού ανάπτυξης. Αυτό μεταφραζόταν σε αύξηση των κρατικών δαπανών, σε αύξηση της χρηματοδότησης της υγείας, των κοινωνικών ασφαλίσεων, της εκπαίδευσης κ.α. μέσω της αύξησης των άμεσων και έμμεσων φόρων και των εργοδοτικών εισφορών· σε τελευταία ανάλυση οι κρατικές αναπαραγωγικές δαπάνες είναι μέρος του ιδιωτικού μεταβλητού κεφαλαίου που προκαταβάλλεται από το συνολικό κεφάλαιο και που δεν κυκλοφορεί σαν ατομικός μισθός. Πρόκειται για τον κοινωνικό, έμμεσο μισθό μας, μερίδιο μισθού που στην περίπτωση της υγείας μειώνει το κόστος επιδιόρθωσης και συντήρησης της εργασιακής μας δύναμης για τον κάθε μεμονωμένο καπιταλιστή αφού μέρος του το αναλαμβάνει το κράτος – το οποίο επιπλέον ελέγχει τη λειτουργία των ασφαλιστικών ταμείων.

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, η καθιέρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) το 1983, δηλαδή η θεσμική κατοχύρωση των αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης των δύο προηγούμενων δεκαετιών ως παροχών υγείας με στόχο την επιδιόρθωση αλλά και επιτήρηση και έλεγχο της εργασιακής δύναμης, βασίζεται στη χρηματοδότησή του από τη φορολογία (τον κρατικό προϋπολογισμό) και την κοινωνική ασφάλιση (τα ασφαλιστικά ταμεία και τα ταμεία υγείας). Ιδιαίτερα στην περίπτωση της κοινωνικής ασφάλισης, με τις λεγόμενες «εισφορές» φαίνεται σαφέστερα πώς μέρος της αξίας που έχουμε εμείς οι ίδιες παραγάγει  χρηματοδοτεί την παροχή των υπηρεσιών υγείας που μας «παρέχονται» με τη διαμεσολάβηση του κράτους, όπως πχ. νοσήλεια σε νοσοκομεία, φάρμακα, εξετάσεις κ.α. Πρόκειται για μισθό που μας δίνεται έμμεσα, επιπλέον του άμεσου μισθού. Οι υπηρεσίες αυτές, χωρίς να αποβάλλουν εντελώς τον εμπορευματικό τους χαρακτήρα, αφού κάνουν χρήση εμπορευμάτων που παράγονται από καπιταλιστικές επιχειρήσεις (φάρμακα, συσκευές, υλικά) και είναι προορισμένα να λειτουργούν για τις ανάγκες της εκμετάλλευσης, βρίσκονται εντούτοις σε ένα καθεστώς σχετικής απο-εμπορευματοποίησης. Το μέγεθος αυτής της απο-εμπορευματοποίησης ή με άλλα λόγια το ύψος του κοινωνικού μισθού εξαρτάται σε κάθε χρονική περίοδο από την ένταση των ταξικών αγώνων: η έκβασή τους, δηλαδή ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, καθορίζει σε ποιο βαθμό είμαστε σε θέση να ιδιοποιηθούμε μέσα και ενάντια στο κράτος ό,τι οι ίδιες έχουμε παραγάγει.

Προφανώς η «υγεία», ή μάλλον καλύτερα οι υπηρεσίες υγείας που παρέχονται με καπιταλιστικούς όρους αποτελούν εμπόρευμα ενταγμένο οργανικά μέσα στο σύνολο των εμπορευματικών σχέσεων που απαρτίζουν το κύκλωμα του συνολικού κεφαλαίου. Αναλύοντας όμως την πολιτική οικονομία της «υγείας», ανιχνεύουμε τα ίχνη της ταξικής πάλης που μετέτρεψαν αυτές τις υπηρεσίες υγείας σε έμμεσο μισθό που αντιστοιχεί σε ένα κομμάτι μόνο (όπως άλλωστε και ο άμεσος) του προϊόντος της δικής μας εργασίας και το οποίο αποτελεί σταθερά επίδικο ζήτημα ανάμεσα σε μας και το καπιταλιστικό κράτος.

***

Η παγκόσμια κρίση αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 εκφράστηκε και ως κρίση των συστημάτων κοινωνικής ευημερίας, τα οποία είχαν ήδη αποτελέσει πεδία άγριων διεκδικήσεων της εργατικής τάξης. Το εγχώριο μοντέλο συσσώρευσης κοινωνικού κεφαλαίου, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στα άτυπα οικογενειακά δίκτυα, αναπτύχθηκε με καθυστέρηση κατά τη δεκαετία του ’80, την περίοδο, δηλαδή, διεθνούς κρίσης και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, που έμεινε γνωστή ως «νεοφιλευθερισμός». Οι σοσιαλδημοκρατικής υφής τάσεις επέκτασης των κοινωνικών παροχών εν γένει, κυρίως υπό την μορφή συγκρότησης του ΕΣΥ και παροχής αγροτικής σύνταξης, αποτέλεσαν μεν το αποτύπωμα των δυναμικών κοινωνικών αγώνων της δεκαετίας του ’70, συνοδεύτηκαν, όμως, και από το γερό κανάκεμα των ιδιωτών γιατρών/ιατρείων και αργότερα από τη ραγδαία άνθιση των διαγνωστικών κέντρων και των ιδιωτικών κλινικών/νοσοκομείων τη δεκαετία του ‘90.

Το εγχώριο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, ως εκ τούτου, απέκτησε έναν μεικτό χαρακτήρα, ο οποίος συνδύαζε καθολικότητα στην πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ανομοιογένεια –ανάλογα με τον εκάστοτε ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς– όσον αφορά τις παρεχόμενες υπηρεσίες και υψηλές –από τις υψηλότερες στην ΕΕ– κατά κεφαλήν ιδιωτικές δαπάνες –ως αποτέλεσμα των (επίτηδες) ανεπαρκών δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Η διαρκής αύξηση των κρατικών δαπανών που κατευθύνονταν στο λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», επομένως και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συμβάδισε με την αντίστοιχη τάση που παρατηρούνταν σε όλα τα «ανεπτυγμένα» καπιταλιστικά κράτη, στα οποία οι κοινωνικές αναπαραγωγικές δαπάνες εδώ και χρόνια αντιπροσωπεύουν έναν σημαντικό μοχλό του εκάστοτε μοντέλου συσσώρευσής τους –πέρα από μοχλό ταυτόχρονα αποτελούν και ένα σημαντικό βαρίδι, καθώς η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης καθίσταται ολοένα και πιο περίπλοκη, αλλά και ακριβή για το κεφάλαιο. Διόλου τυχαία, επομένως, η υιοθέτηση των σκληρών πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης, με αφορμή τη λεγόμενη «κρίση δημόσιου χρέους», καθόλη την προηγούμενη δεκαετία στόχευσε τόσο στην άμεση μείωση της κρατικής υγειονοµικής δαπάνης (βλ. πλαφόν των δαπανών υγείας στο 6% του ήδη µειωµένου κατά 25% ΑΕΠ· αντίστοιχο πλαφόν στο 1% για τη φαρµακευτική δαπάνη) όσο και στη ριζική αναδιάρθρωση των δοµών παροχής υγείας, βάσει τεχνο-οικονομικών κριτηρίων και μεθόδων αύξησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά σε όλες: μείωση του διαχρονικά ανεπαρκούς αριθμού του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού με ταυτόχρονη μείωση των μισθών,[17] συγχωνεύσεις νοσοκομειακών μονάδων καθώς και μονάδων µετανοσοκοµειακής περίθαλψης, «κούρεμα» των αποθεματικών, ασφυκτική εντατικοποίηση της εργασίας των υγειονομικών,[18] ομογενοποίηση και τυποποίηση της ιατρικής πράξης μέσω της σταδιακής εισαγωγής ιατρικο-οικονομικών κριτηρίων, όπως τα Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλεια (ΚΕΝ) και το σύστημα Ομοιογενών Διαγνωστικών Κατηγοριών (DRG).

Η διεθνής πρακτική που αφορά τη διοίκηση των δημόσιων νοσοκομείων συντείνει στη μείωση του αδρανούς κεφαλαίου, του τμήματος δηλαδή του κεφαλαίου που κατά τακτά χρονικά διαστήματα απεμπλέκεται από το γενικό κύκλωμα αυτοαξιοποίησης είτε αυτό αφορά διαγνωστικά μηχανήματα, ασθενοφόρα, κρεβάτια είτε, κυρίως, τους ίδιους τους ασθενείς: τα νοσοκομεία λειτουργούν με μειωμένο αριθμό λειτουργικών κλινών (στοχεύοντας σε μέσα ποσοστά πληρότητας ακόμη και 90% που εκ των πραγμάτων αποκλείουν την ανταπόκριση του δημόσιου συστήματος υγείας σε ένα έκτακτο υγειονομικό συμβάν, όπως μια τοπική επιδημία ή ένα ατύχημα σε κάποιο από τα χιλιάδες στρατιωτικά εργαστήρια όπου κατασκευάζονται πειραματικά ιοί), ενώ ταυτόχρονα εξαιτίας αυτού επιβάλλονται ταχείς ρυθμοί «αποθεραπείας», βάσει υποτίθεται αντικειμενικών ιατρικών πρωτοκόλλων, άσχετα από τις κλινικές, κοινωνικές και λοιπές παραμέτρους που καθορίζουν την ιδιαίτερη πορεία του κάθε ασθενούς – ενίοτε, ακόμη και αντίθετα από την κρίση των ίδιων των εμπλεκόμενων υγειονομικών. Για τα ελληνικά νοσοκομεία η σχετική βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα φτωχή ως προς το χρονικό ορίζοντα των διαθέσιμων δεδομένων, εν τούτοις η τάση μείωσης της μέσης ενδονοσοκομειακής παραμονής για όλες τις αιτίες φαίνεται ότι συνεχίζεται αμείωτη τα τελευταία χρόνια.[19]

Ταυτόχρονα, η συγκεντροποίηση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (βλ. δημιουργία του ΕΦΚΑ) και ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης (ΕΟΠΥΥ, ΠΕΔΥ) συνοδεύτηκε από την οργανωμένη αδρανοποίηση των µονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του πρώην ΙΚΑ, έτσι ώστε να ανοίξει διάπλατα ο δρόµος για τη σύναψη συµβάσεων µε ιδιώτες γιατρούς –οι οποίοι μάλιστα δύνανται να παρέχουν με έκπτωση τις υπηρεσίες τους σε περιορισμένο αριθμό ασφαλισμένων– και παρόχους υπηρεσιών υγείας (βλ. διαγνωστικά κέντρα και ιδιωτικές κλινικές), καθώς τα νοσοκομεία αντί να παρέχουν τα ίδια διαγνωστικό έργο, αγόραζαν τις απαραίτητες εξετάσεις από τον ιδιωτικό τομέα.

Με αυτό το «τέχνασμα» επιταχύνθηκε η µετακύλιση του κόστους ιατροφαρµακευτικής κάλυψης –αναπόσπαστο κοµµάτι του έµµεσου µισθού της εργατικής τάξης– στις πλάτες µας: από το πάλαι ποτέ πεντάευρο «χαράτσι» για τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία και το –ακόμη σε ισχύ–µονόευρο για κάθε συνταγή, µέχρι το χαράτσι στις ασφαλιστικές εισφορές ασθενείας –κατά 2% στις κύριες συντάξεις και κατά 6% στις επικουρικές– ή την αύξηση της συµµετοχής των ασφαλισµένων σε φάρµακα και εξετάσεις, η επίθεση στον μισθό μας ήταν και είναι διαρκής, με αποτέλεσμα ένα κατά τα άλλα διαχρονικό χαρακτηριστικό του εγχώριου συστήµατος υγείας, το πολύ υψηλό, δηλαδή, ποσοστό ιδιωτικών δαπανών, ειδικά µε τη µορφή των άµεσων πληρωµών (δίχως να συµπεριλαµβάνουµε εδώ το περιβόητο και τόσο διαδεδομένο «φακελάκι») να οξυνθεί ακόμη παραπάνω.

Καθώς το πείραµα της βίαιης εσωτερικής υποτίµησης, που εξαπέλυσε το διεθνές και εθνικό προσωπικό του κεφαλαίου εις βάρος µας την προηγούµενη δεκαετία, κρίθηκε πετυχηµένο, διόλου τυχαία η εφαρµογή του συνεχίστηκε, αν δεν επιταχύνθηκε κιόλας στα πλαίσια του ΕΣΥ, µε πρόσχηµα την, κατά τα άλλα «υγειονοµική», αντιµετώπιση της πανδηµίας. Πράγματι, ό,τι αποτελούσε επιτελικό σχέδιο επί χάρτου ή είχε εφαρµοστεί σε µικρή κλίµακα, πχ. με την ενοικίαση ιδιωτικών ΜΕΘ κατά τη διάρκεια του ετήσιου επιδηµικού κύµατος γρίπης το 2019, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο απέκτησε νέες διαστάσεις. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι µια από τις βασικές προεκλογικές δεσµεύσεις της σημερινής κυβέρνησης αφορούσε τη σύµπραξη εταιρειών µε νοσοκοµεία, κυρίως στο πεδίο του διαγνωστικού ελέγχου, ώστε αυτά να αγοράζουν εξετάσεις για τους ασθενείς τους. Μάλιστα έχουν προαναγγελθεί και άλλοι τρόποι σύµπραξης, πέραν δηλαδή της ενοικίασης εξοπλισµού, που θα περιλαμβάνουν την επάνδρωση προσωπικού, ακόµη και τη χρήση δηµόσιων κτιριακών εγκαταστάσεων από ιδιώτες.

Οι αντικειμενικές αδυναμίες του υποστελεχωμένου και διαλυμένου από τη χρόνια υποχρηματοδότηση δημόσιου νοσοκομειακού δικτύου αφενός και αφετέρου η προσπάθεια περαιτέρω μετακύλισης του κόστους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στην εργατική τάξη, συνδυάστηκαν αρμονικά σε μια κομβική, κρατική επιλογή: την αναβολή τόσο των επισκέψεων στα (δωρεάν) τακτικά ιατρεία όσο και των περισσότερων προγραµµατισµένων χειρουργικών επεµβάσεων, στη μετατροπή εν µια νυκτί, δηλαδή, των δηµόσιων νοσοκοµείων σε µονοθεµατικά «νοσοκοµεία covid-19» –δίχως βέβαια το απαιτούµενο και κατάλληλα εκπαιδευµένο προσωπικό, καθώς επιλέχθηκε να μην γίνουν προσλήψεις μόνιμου νέου προσωπικού–,[20] µε άμεσο αποτέλεσµα πολύ διαδεδοµένες και συνάμα θανατηφόρες ασθένειες (βλ. καρδιαγγειακά νοσήµατα, νεοπλασίες, διαβήτης κλπ.) στην πράξη να µην αντιµετωπίζονται από το ΕΣΥ εγκαίρως ή και καθόλου.

Ως εκ τούτου οι προλετάριες εξωθούνταν αναγκαστικά στην ακριβή «λύση» της ιδιωτικής περίθαλψης –είτε στη «λύση» της… στωϊκής αναµονής  µε ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξη της πορείας της υγείας τους–,[21] ενώ η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε άμεσα την τεχνητή μείωση της κοινωνικής ζήτησης για τις υγειονομικές παροχές του ΕΣΥ, την οποία η ίδια βίαια προκάλεσε και προανήγγειλε νέες συγχωνεύσεις, καταρχάς, περιφερειακών νοσοκομειακών μονάδων, με φόντο αντίστοιχες συνέργειες σε κεντρικότερο επίπεδο.[22]

Αλλά και οι ήδη βαριά νοσηλευόµενοι των δηµόσιων νοσοκοµείων δεν είχαν απαραίτητα καλύτερη τύχη όσο εξελισσόταν η πανδηµία: καθώς αυξανόταν ο αριθµός των νοσηλευοµένων στα δηµόσια νοσοκοµεία, αυτά ξεφόρτωναν τους ασθενείς που βρίσκονταν καθηλωµένοι από άλλα αίτια στις ΜΕΘ σε ιδιωτικές κλινικές.[23] Ταυτόχρονα, οι νοσηλευόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία έρχονταν αντιμέτωποι με τις τρομακτικές ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς η απαγόρευση εισόδου συνοδών στα νοσοκοµεία αποκάλυψε όλα τα κενά που έως τώρα κουτσά-στραβά καλύπτονταν είτε μέσω των αδήλωτων, συνήθως μεταναστριών, «αποκλειστικών» νοσοκόµων, είτε από την οικογένεια του ασθενούς (η οποία άλλωστε συνήθως κάλυπτε και άλλες βασικές ανάγκες, όπως κλινοσκεπάσµατα, συσκευές τηλεόρασης κλπ): το ήδη ανεπαρκές προσωπικό –διαχρονικά το χαµηλότερο, ως προς τον πληθυσµό, στο σύνολο των χωρών της ΕΕ– πολύ απλά δεν µπορεί να ανταποκριθεί στις τρέχουσες ανάγκες.

Δεν είναι τυχαίο ότι αντίστοιχη εικόνα παρουσίαζαν κατά την έξαρση της πανδημίας, οι υποδοµές εντατικής θεραπείας, η τελευταία γραµµή άµυνας – όχι µόνο για τους ασθενείς covid-19.[24] Η υποστελέχωσή τους βάσει των κριτηρίων που ορίζουν οι κρατικές προδιαγραφές του Κεντρικού Συµβουλίου Υγείας ήταν γενική καθώς αυτή παρουσιάστηκε και στις επτά Υγειονοµικές Περιφέρειες (ΥΠΕ) της χώρας όσον αφορά το νοσηλευτικό προσωπικό σε ΜΕΘ, ενώ µε ανεπαρκές ιατρικό προσωπικό έχουν λειτουργήσει όλο αυτό το διάστημα διάφορες µονάδες ανά τη χώρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, αυτό του ξεζουµίσµατος του υπάρχοντος νοσοκοµειακού προσωπικού, η κρατική διαχείριση της πανδηµίας στα δηµόσια νοσοκοµεία εστίασε στην επιβολή του µέτρου της υποχρεωτικής κινητικότητας –διακηρυγμένος στόχος για το σύνολο σχεδόν του δημόσιου τομέα που πηγαίνει πακέτο με τη διαρκή αξιολόγηση των εργαζομένων σε αυτόν– όχι µόνο σε ενδονοσοκοµειακό επίπεδο. Παραδείγματος χάρη, παρατηρήθηκαν περιστατικά υποχρεωτικής µετάταξης ιατρικού προσωπικού, ακόµη και άσχετων µε την covid-19 ειδικοτήτων (όπως… οφθαλµίατροι, στις «πτέρυγες covid-19»), ακόμη και µεταξύ του δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα (πχ. πέντε ειδικευόµενων γιατρών του ΕΣΥ στην ιδιωτική κλινική Λητώ), εγκαινιάζοντας µια νέα, ξεχωριστή µορφή κοινοπραξίας, ιδιαίτερα ελκυστική στους κλινικάρχες.[25]

Η επιλογή του κράτους να οχυρωθεί πίσω από τον εμβολιασμό –συμπληρωματικά προς τα πειθαρχικά λοκντάουν– ως το νέο εργαλείο για την «ανάσχεση της πανδημίας», προχωρώντας στην σταδιακή υποχρεωτικότητά του και στην εδραίωση ενός καθεστώτος διεθνούς, «κοινωνικού απαρτχάιντ» υπήρξε έως τώρα σχετικά επιτυχής: οι ανεμβολίαστοι εργαζόμενοι βγαίνουν σε αναστολή εργασίας άνευ απολαβών (!) εκδικητικά αποκλεισμένοι μάλιστα από κάθε είδους άλλο πιθανό εισόδημα πέραν του μισθού που τους στερήθηκε, αφού αδυνατούν να βρουν δουλειά σε κάποιον άλλο κλάδο ή να έχουν πρόσβαση στο επίδομα ανεργίας, ενδέχεται να υποστούν υποχρεωτική μετάθεση αν ποτέ επανέλθουν στη δουλειά, ενώ θα αποκλείονται, μεταξύ άλλων, από δημόσιες δομές υγείας (!), κλειστούς χώρους [εσχάτως και ανοιχτούς!] και ταξίδια. Πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο διεύρυνσης των διαιρέσεων μεταξύ των εργαζόμενων χάρη στον κοινωνικό αυτοματισμό, το οποίο παράλληλα μετατοπίζει το πεδίο της αντιπαράθεσης από τις αυξημένες λόγω της πανδημίας προλεταριακές ανάγκες στη δευτερεύουσας σημασίας δημόσια διαμάχη γύρω από την α’ ή τη β’ «επιστημονική λύση».

Στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, που εξετάζεται σε αυτήν την ενότητα, το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού των εργαζόμενων συνοδεύεται από μειοψηφικούς αγώνες –καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των εμβολιασμένων γιατρών δεν απήργησε, ούτε βέβαια απέτρεψε τη χρήση των πιστοποιητικών εμβολιασμού–, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τις αναστολές εργασίας άνευ απολαβών για τους ανεμβολίαστους εργαζομένους, βάσει του άρθρου 206 του ν. 4820/2021 και την ΚΥΑ 3959/27-08-2021.[27] Σε αρκετά νοσοκομεία οι διοικήσεις είχαν εγκαίρως ενημερωθεί από τους επιμελητές για τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους, σε άλλα πήραν τα επίμαχα δεδομένα απευθείας από τον ΗΔΙΚΑ –προστασία προσωπικών δεδομένων, όχι αστεία! Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το «σχέδιο» σαμποταρίσματος της διαδικασίας που κατάστρωσε στο πόδι –ενώ είχε τον απαιτούμενο χρόνο, έστω για προκήρυξη απεργίας– η ΠΟΕΔΗΝ βούλιαξε τόσο γρήγορα όσο γρήγορα το κράτος αναίρεσε την απόφαση αναστολής εργασίας του εμβολιασμένου αγωνιστή Καταραχιά – ο οποίος μάλιστα είχε το θράσος να διατυμπανίσει εκβιαστικά τα εμβολιαστικά του διαπιστευτήρια προκειμένου να πιέσει τη διοίκηση να πάρει πίσω την απόφαση αναστολής του, ενώ (υποτίθεται ότι) δεν είχε καταθέσει το πιστοποιητικό εμβολιασμού, ως μέτρο έμπρακτης (υποτίθεται) αλληλεγγύης προς τους ανεμβολίαστους συναδέλφους του…

Αλλά για ποια ΠΟΕΔΗΝ μιλάμε; Την ΠΟΕΔΗΝ που πρωτοστατεί στην προπαγάνδιση του «μαζικού/καθολικού εμβολιασμού», λες και το κυβερνητικό σχέδιο δεν ήταν εξαρχής αυτό ακριβώς; Αλήθεια, πόσοι είναι οι εμβολιασμένοι υγειονομικοί και δη συνδικαλιστές που βγήκαν εν τέλει σε αναστολή, ακολουθώντας τις οδηγίες του σωματείου τους; Και γιατί ενώ τόσες χιλιάδες εργαζόμενοι –πέρα από τον κλάδο της υγείας– πετάχτηκαν εκτός εργασίας (και άρα δίχως μισθό ή άλλο επίδομα, πχ. ανεργίας) ακόμη δεν έχει κηρυχθεί γενική απεργία;[28]

Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία ο αρχικός αριθμός των εργαζόμενων σε αναστολή ήταν περίπου 6.400 –κάποιοι εκ των ανεμβολίαστων παραμένουν ακόμη στις θέσεις τους προκειμένου να μην κλατάρουν εντελώς μονάδες υγείας. Αρκετοί εργαζόμενοι, εντελώς απροστάτευτοι στην πράξη από τα σωματεία τους, εν τέλει «πείστηκαν» από την απειλή της απλήρωτης αναστολής να κάνουν το «εθνοσωτήριο» εμβόλιο ή αναγκάστηκαν να προσκομίσουν πλαστά πιστοποιητικά νόσησης. Σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ η παραπάνω μείωση στο υγειονομικό προσωπικό αναμένεται να αυξηθεί κι άλλο στο άμεσο μέλλον, αφενός λόγω της απόρριψης των αιτήσεων για εξαίρεση από τον εμβολιασμό για λόγους υγείας ή εξαιτίας της λήξης των πιστοποιητικών νόσησης, αφετέρου λόγω των περίπου 1.000 πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.

Οι εργαζόμενοι σε αναστολή, λοιπόν, πετάχτηκαν εν μια νυκτί στον δρόμο και έκτοτε, εντελώς απομονωμένοι, συγκρότησαν αυτόνομες συνελεύσεις, τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, όπου πρωτοστατούν (ακρο)δεξιές περσόνες, όπως ο Βόβολης και ο Σύρπης. Στη Θεσσαλονίκη, μόνο, έχει συγκροτηθεί μια πρωτοβουλία, η Πρωτοβουλία Υγειονομικών Θεσσαλονίκης Ενάντια στους Αποκλεισμούς που προσπαθεί να θέσει το ζήτημα των αναστολών από μια ευρύτερη, αντιεθνικιστική ταξική σκοπιά, δίχως δηλαδή να περιορίζει τον λόγο της στο ζήτημα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την επιχειρούμενη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων στα νοσοκομεία.

Η αδυναμία των υγειονομικών να σαμποτάρουν τις αναστολές και, επομένως, την επιβολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού στον κλάδο τους, επέτρεψε την άμεση κατάθεση τροπολογίας –σε άσχετο, μάλιστα, νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου–, με την οποία άνοιξε ο δρόμος για την κάλυψη των κενών θέσεων που προέκυψαν μέσω συμβάσεων έργου με ιδιωτικές εταιρείες ή/και ιδιώτες (ασθενοφόρα, γραμματεία και λοιπές διοικητικές εργασίες, συντήρηση ιατρικού και μηχανολογικού εξοπλισμού, υπηρεσίες καθαριότητας και φύλαξης κλπ). Ταυτόχρονα, με την ίδια τροπολογία επεκτάθηκε το μέτρο των εσωτερικών μετακινήσεων προσωπικού. Όσον αφορά, πιο ειδικά, τις δομές του ΕΚΑΒ η άρνηση μετακίνησης συνιστά, πλέον, πειθαρχικό παράπτωμα. Για το δε υγειονομικό προσωπικό του δημόσιου τομέα ήδη προβλέπεται η δυνατότητα κάλυψης των κενών θέσεων μέσω μετατάξεων από τις Τ.ΟΜ.Υ (λες και σε αυτές περισσεύει προσωπικό), καθώς και με τρίμηνες συμβάσεις just-in-time ιατρικής εργασίας, που μπορούν να παραταθούν για ακόμη τρεις μήνες.

Οι παραπάνω 3μηνίτες έρχονται σε συνέχεια των 4μηνιτών υγειονομικών που προσελήφθησαν από τον Μάρτη του 2020 και μετά για την κάλυψη των «έκτακτων αναγκών λόγω covid-19» και φυσικά της παλαιότερης κατηγορίας των 12μηνιτών επικουρικών που καλούνταν να καλύψουν όπως-όπως κενά σε οργανικές θέσεις. Αν θυμηθούμε ότι σε τέτοιου τύπου λύσεις just-in-time (τηλε)προσωπικού, είχε καταφύγει και το υπουργείο Παιδείας (βλ. τον πρόσφατο ν. 4722/2020), αντιλαμβανόμαστε το εύρος του συνολικότερου σχεδιασμού, όσον αφορά την κάλυψη πάγιων αναγκών που άπτονται της λειτουργίας του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους». Πράγματι, η κατεύθυνση των παραπάνω διευθετήσεων, με φόντο την έμμεση υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού και σε άλλους κλάδους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, και η υποχρέωση όλων των εργαζόμενων να επιδεικνύουν επί ποινή προστίμου 300 (!) ευρώ ανά τεστ τα υγειονομικά πιστοποιητικά είναι πασιφανής: απολύσεις ανάλογα με τα κέφια του αφεντικού στον ιδιωτικό τομέα λόγω της ενδυνάμωσης του, ήδη πολύ ενισχυμένου με τον πρόσ-φατο νόμο Χατζηδάκη, διευθυντικού δικαιώματος, άρση της μονιμότητας στο δημόσιο∙ διευκόλυνση της υποχρεωτικής κινητικότητας δηλαδή γενίκευση των επισφαλών θέσεων εργασίας και στον δημόσιο τομέα∙ ποιοτική και ποσοτική επέκταση των συμπράξεων δημόσιου/ιδιωτικού τομέα∙ ακόμη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση και βιομηχανοποίηση των υπηρεσιών υγείας, ακόμη μεγαλύτερη μετακύλιση του κόστους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στην εργατική τάξη.

Η σταδιακή απόσυρση του κράτους από συνταγματικά κατοχυρωμένες υποχρεώσεις του, που συνδέονται με την παροχή καθολικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, με πρόσχημα την (υποτίθεται) ατομική «ανευθυνότητα» της ανεμβολίαστης που (επίσης υποτίθεται) θέτει σε «κίνδυνο τη δημόσια υγεία», όταν η μόνη, με τα έως τώρα δεδομένα, χρησιμότητα των εμβολίων φαίνεται να είναι η ατομική προστασία από βαριά νόσηση –και αυτή όχι πάντοτε, ούτε για όλες τις ηλικιακές ομάδες, ούτε καν για σημαντικό χρονικό διάστημα–, θα έπρεπε να προκαλεί ρίγη: το γνωστό νεοφιλελεύθερο χόμπι δαιμονοποίησης των λεγόμενων «τζαμπατζήδων» που (υποτίθεται ότι) «ζουν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου» επανέρχεται, λοιπόν, στο προσκήνιο, ξεχειλωμένο μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να χτυπά όχι μόνο τους εργαζόμενους σε δομές υγείας και φροντίδας ηλικιωμένων/ατόμων με αναπηρία, αλλά και τους ίδιους τους φιλοξενούμενους στις μονάδες αυτές.[29]

Σε πρόσφατη, μάλιστα, συνεδρίαση στα πλαίσια του Aristotle Medical Forum, την οποία διοργάνωσε τον Σεπτέμβριο η Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, ο Χρήστος Κυρατσούς, αντιπρόεδρος της Regeneron, εταιρείας που προσπαθεί να αναπτύξει θεραπεία για την covid-19 βασισμένη σε μονοκλωνικά αντισώματα, δήλωσε ότι λόγω της αδυναμίας παραγωγής επαρκών ποσοτήτων, τα μονοκλωνικά θα πρέπει να χορηγούνται κυρίως σε ανοσοκατεσταλμένους και σε όσους δεν έχουν αναπτύξει ανοσία μετά τον εμβολιασμό. Οι ανεμβολίαστοι, επομένως φαίνεται να στερούνται την πρόσβαση σε αυτήν τη θεραπεία. Βάσει της ίδιας λογικής μπορεί στο κοντινό μέλλον και σε συνθήκες έλλειψης διαθέσιμων κλινών, ένας ανεμβολίαστος να στερηθεί κρεβάτι σε ΜΕΘ.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξαναγκαστική αγορά των έως τότε δωρεάν υπηρεσιών/παροχών φαντάζει πλέον ως μια εύλογη τιμωρία των πάσης φύσεως «ανεύθυνων πολιτών», ανοίγοντας διάπλατο ένα πεδίο κερδοφορίας βουτηγμένο στις πιο τρελές ονειρώξεις των ασφαλιστικών εταιρειών/οργανισμών και των εταιρειών βιοτεχνολογίας/εξόρυξης και διαχείρισης βιομετρικών δεδομένων: τη χρέωση των ιατροφαρμακευτικών υπηρεσιών ανάλογα με το γενετικό προφίλ του ασφαλισμένου και τις επιμέρους συνήθειες/έξεις της καθημερινότητάς του, την περαιτέρω ιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής, καθώς η συμμόρφωση σε συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις (πχ. εμβολιασμός) θα καθορίζει τις δυνατότητες πρόσβασης στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με λίγα λόγια την περαιτέρω βιολογικοποίηση της βιοεξουσιαστικής προσταγής: «Κάπνιζες και έπαθες καρκίνο; Συνέχιζες να καταναλώνεις τηγανιτές πατάτες και γλυκά παρότι είχες υπέρταση; Ήσουν σε μηχανάκι, γλίστρησες κι έσπασες το πόδι; Δεν χρησιμοποιούσες τακτικά τα φάρμακα που σου έδωσε ο γιατρός σου για να είσαι λειτουργικός (βλ. παραγωγικός) στην εργασιακή καθημερινότητά σου; Τότε, θα επωμιστείς εσύ το κόστος!» θα μας λένε τα αφεντικά, ενώ εμείς δείχνοντας με το δάκτυλο τον διπλανό θα ρωτάμε: «εσύ γιατί δεν έκανες ακόμη την 13η δόση του εμβολίου σου»;

Αν η παραπάνω σύνδεση δεν ήταν ήδη αρκούντως ορατή, ο νέος υπουργός Υγείας σε πρόσφατες δηλώσεις του την κατέστησε ακόμη πιο ευδιάκριτη, τονίζοντας αφενός ότι ένα δημόσιο σύστημα υγείας δεν συνεπάγεται ένα κρατικό σύστημα υγείας, αφετέρου ότι ο ΕΟΠΥΥ θα λειτουργήσει στο μέλλον ως ασφαλιστική εταιρεία. Μπορεί, όπως όλες ξέρουμε, ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός μας ήδη να πηγαίνει σε ιδιωτικούς παρόχους υγείας, καθώς ο ΕΟΠΥΥ εδώ και χρόνια αγοράζει αντίστοιχες υπηρεσίες από ιδιώτες, αφού πρώτα εξαρθρώθηκαν τα ιατρεία του (πρώην) ΙΚΑ, η νέα ιδέα όμως που πέφτει στο τραπέζι συνιστά μια στρατηγική μετατόπιση από το μοντέλο καθολικής πρόσβασης που εγγυάται το ΕΣΥ, στην επιλεκτική πρόσβαση στις δομές υγείας (κρατικές ή ιδιωτικές) βάσει της ασφαλιστικής ιδιότητας – ένα μοντέλο που εφαρμόζεται πχ. στη Γαλλία. Έτσι, η σταδιακή μετατροπή του εγχώριου πάλαι ποτέ αναδιανεμητικού συν-ταξιοδοτικού συστήματος σε εν μέρει κεφαλαιοποιητικό (με «νοητή» κεφαλαιοποίηση, όπως προέβλεπε το αρχικό νομοσχέδιο Κατρούγκαλου με το οποίο σήμανε η επίθεση, με «πραγματική» κεφαλαιοποίηση, αρχικά όσον αφορά το μερίδιο της επικουρικής σύνταξης, με τον πολύ πρόσφατο νόμο Χατζηδάκη), οργανώνεται εντός ενός πολυ-πλόκαμου πλέγματος που χαρακτηρίζεται από την ολοένα και πιο έντονη, «ατομικοποίηση» της εργάσιμης πορείας της κάθε εργαζόμενης, που μοιραία θα οδηγήσει σε ακόμη πιο ατομικοποιημένους όρους πρόσβασης σε δομές υγείας και βέβαια στη συνέχεια σε «ατομικά υπολο-γισμένο», δηλαδή μειωμένο, ποσό σύνταξης. Στο σημείο αυτό ίσως αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η λειτουργία των ασφαλιστικών ταμείων με όρους κερδοφορίας, εκτός πολλών άλλων, συνεπάγεται τη χρήση της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος, ενός μνημονιακού μέτρου βάσει του οποίου μειώνονται αυτόματα οι συντάξεις εάν τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν επαρκούν. Εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί σε τι είδους παροχές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης θα έχει τότε πρόσβαση η άτυχη συνταξιούχος, ειδικά αν, σε αντίθεση με τη «σωστή» ατομική επιλογή του εμβολιασμένου, αυτή επέλεξε να μείνει ανεμβολίαστη κατά της covid-19…[30]

Kαι τώρα, λοιπόν, τι κάνουμε;

Είδαμε λοιπόν ότι στο πιο πρόσφατο επεισόδιο της φθηνής κρατικής διαχείρισης της πανδημίας η εμβάθυνση της εσωτερικής υποτίμησης για την αντιμετώπιση της διαρκούς καπιταλιστικής κρίσης κωδικοποιείται ως υποχρεωτικός ή καθολικός εμβολιασμός. Με όπλο την δήθεν αυταπόδεικτη παντοδυναμία του εμβολίου κατά της covid-19, το κράτος είδαμε ότι πετυχαίνει να υποβιβάσει την περίθαλψη σε παροχή επιδομάτων, να διαιρέσει την εργατική τάξη, ώστε να μετακυλίσει ευκολότερα και όλο και περισσότερο το κόστος της περίθαλψης στους χρήστες μειώνοντας ταυτόχρονα το ήδη ανεπαρκές νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό.

Κι αυτό είναι κάτι που πολύ καιρό πριν την νέα «υγειονομική» –καπιταλιστική θα λέγαμε εμείς– κρίση, στη διάρκεια των πρώτων σκληρών χρόνων της εσωτερικής υποτίμησης, έχουμε νιώσει στο πετσί μας όλες εκείνες τις φορές που:

  • Χρειάστηκε να διακομιστούμε στα επείγοντα κάποιου νοσοκομείου και περιμέναμε ατέλειωτες ώρες (μέχρι και 12ωρα).
  • Μας ακύρωσαν χειρουργεία, προγραμματισμένα ραντεβού, θεραπείες γιατί πολλές μονάδες έκλειναν η μια μετά την άλλη.
  • Βλέπουμε δικούς μας να χρειάζονται εντατική θεραπεία, αλλά οι κλίνες βρίσκονται σε πληρότητα.
  • Πηγαίνοντας στο νοσοκομείο για την τακτική μας χημειοθεραπεία, λόγου χάρη, έχει χρειαστεί να πεταχτούμε στο απέναντι φαρμακείο μετά από στενάχωρη υπόδειξη της νοσηλεύτριας για να προμηθευτούμε τα απαραίτητα για τη θεραπεία μας αναλώσιμα τα οποία δυστυχώς λείπουν για μια ακόμα φορά από το ιατρείο μετά τις περικοπές στα κονδύλια του νοσοκομείου.
  • Αναγκάζονται άτομα με κινητικά ή άλλα προβλήματα αναγκάζονται να μεταφερθούν από τους συγγενείς τους ή με ιδιωτικό ασθενοφόρο στα υπερφορτωμένα νοσοκομεία ή να πληρώνουν για να δέχονται κατ’ οίκον υπηρεσίες (βλ. παθολόγους, αιμολήπτες, φυσιοθεραπευτές κι άλλες ειδικότητες) εξαιτίας της πλήρους υποβάθμισης της πρωτοβάθμιας υγείας.
  • Έχουμε ανάγκη από θεραπείες απεξάρτησης ή εναλλακτικές θεραπείες της αφαρμάκου ή της ολιστικής ιατρικής, αλλά αυτές δεν καλύπτονται καν από τις δημόσιες δαπάνες υγείας με αποτέλεσμα για ακόμη μια φορά να πληρώνουμε εμείς τις ανεπάρκειες του δημόσιου συστήματος υγείας.
  • Όσες δουλεύουμε σε νοσοκομεία εξαναγκαζόμαστε σε εξαντλητικά ωράρια και ένταση εργασίας, με αρκετές ώρες απλήρωτες, καθώς δεν αρκεί το προσωπικό και βλέπουμε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του νοσοκομείου να καλύπτονται από την απλήρωτη εργασία-εκπαίδευση φοιτητ(ρι)ών, χωρίς τις οποίες συχνά τα ΤΕΠ και οι κλινικές αδυνατούν να λειτουργήσουν.
  • Εξαιτίας της τρομακτικής έλλειψης νοσοκομειακής φροντίδας, βλέπουμε νοσοκόμες να δουλεύουν ατελείωτα προσπαθώντας να εξυπηρετήσουν η καθεμιά έως και πάνω από 50 νοσηλευόμενους. Κι όσον αφορά εμάς τους χρήστες, είτε επιβαρυνόμαστε με το κόστος αποκλειστικών ιδιωτικών νοσηλευτριών είτε αν δεν έχουμε μια τέτοια οικονομική δυνατότητα, η περιποίηση των αρρώστων γίνεται υπόθεση της οικογένειας και δη «γυναικεία», αναπαράγοντας τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας.

Σήμερα, αν χρειαστεί να συνοδέψουμε ασθενή στα επείγοντα ή να επισκεφθούμε νοσηλευόμενο συγγενή, εφόσον δεν έχουμε εμβολιαστεί ή κάνει μοριακό τεστ, δεν θα μας επιτραπεί η είσοδος. Η ήδη ελλιπής νοσοκομειακή φροντίδα σε περίπτωση νοσηλείας μας γίνεται εφιάλτης μιας και ένα κομμάτι του νοσηλευτικού προσωπικού έχει βγει σε αναστολή. Τα ακυρωμένα χειρουργεία στο όνομα της δημόσιας υγείας κατά την περίοδο των lockdown έχουν ήδη μεταφραστεί από το κράτος σε περιττό κόστος με σκοπό να προωθηθεί ένας νέος γύρος συγχωνεύσεων των νοσοκομείων.

Ο αγώνας λοιπόν για την υπεράσπιση του άμεσου και του έμμεσου μισθού μας περνάει πλέον αναπόφευκτα μέσα από την άρση των νέων αποκλεισμών και διαχωρισμών που εγκαινίασε το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου. Η ικανοποίηση των προλεταριακών μας αναγκών δεν μπορεί να επιτευχθεί υπό το βάρος της (άμεσης και έμμεσης) υποχρεωτικότητας και καθολικότητας του εμβολιασμού και τη διαρκή αστυνόμευση της ζωής μας μέσω των πληρωμένων από μας rapid test. Πρέπει να αλλάξουμε το θέμα και τους όρους της συζήτησης. Η ίδια η δυστοπική πραγματικότητα που βιώνουμε μας δείχνει πως αυτός ο αγώνας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι επιστημονικός ή συνδικαλιστικός. Άλλωστε οι συνδικαλιστές τον Αύγουστο είχαν πολύ σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθούν, όπως το να βεβαιωθούν πως δε θα βγει σε αναστολή εμβολιασμένο προσωπικό (δηλαδή οι ίδιοι) και από τότε και μετά δεν έχουν πάψει να προωθούν από τα κάτω την ατζέντα του κράτους, προσπαθώντας να πείσουν τις «άμοιρες» και «παραπλανημένες» μάζες να δεχτούν το νέο «δώρο της επιστήμης» στην ανθρωπότητα.

Όλοι αυτοί, όπως και ευρύτερο κομμάτι της αριστεράς και του α/α χώρου, στο όνομα ενός φτηνού και θεαματικού «αντιεθνικισμού» και ενός πολέμου απέναντι στον «νέο φασισμό» που τάχα τώρα συγκροτείται, όχι μόνο επιχειρούν να αποκρύψουν τις πραγματικές ταξικές προεκτάσεις του αγώνα ενάντια στον υποχρεωτικό/καθολικό εμβολιασμό αλλά επιχείρησαν κιόλας να τον σαμποτάρουν στην πράξη πριν καν αυτός ξεκινήσει καλά-καλά. Στη νέα, πραγματικά επικίνδυνη, εθνική ενότητα που πάνε να συγκροτήσουν η δεξιά και η αριστερά του κεφαλαίου το μόνο που φαίνεται να έχει σημασία είναι να προωθηθεί ο μαζικός και καθολικός εμβολιασμός και ό,τι αυτός συνεπάγεται πειθαρχικά και ευρύτερα πολιτικά, ενώ η όποια φλυαρία περί υποχρεωτικότητας ή μη αποτελεί μια μικρή, δευτερεύουσας σημασίας διαφωνία που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτός θα επιβληθεί.

Στην περιβόητη νέα κανονικότητα η επιδιόρθωση της εργασιακής δύναμης γίνεται με τους αυστηρά τεχνικούς όρους ενός φτηνού και σύντομου φιξαρίσματος και έχει φυσικά ως απαραίτητη προϋπόθεση αλλά και αναγκαίο αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του ιατρικού/ νοσηλευτικού προσωπικού: διαρκώς μειούμενοι στον αριθμό, κακοπληρωμένοι γιατροί και νοσοκόμες που εφαρμόζουν βιομηχανικού τύπου θεραπείες με όσο γίνεται πιο λίγα και φτηνιάρικα αναλώσιμα, επισκευάζουν την εργασιακή μας δύναμη, ώστε να την προσφέρουμε προς εκμετάλλευση όσο πιο σύντομα γίνεται. Μπορεί το περιεχόμενο των υπηρεσιών υγείας σε μια καπιταλιστική κοινωνία να μας βρίσκει αντίθετες, εντούτοις καθώς είμαστε αναγκασμένες να καταφεύγουμε στο ΕΣΥ, κοινό όφελος εργαζομένων-χρηστών αποτελεί η επιβολή των δικών μας όρων, σε επίπεδο τόσο διεκδικήσεων όσο και περιεχόμενου.

Κοινό μας όφελος είναι να μην αφήσουμε να επικρατήσει αυτό που θέλουν τα αφεντικά μας: την εξαφάνιση από τη δημόσια σφαίρα ενός δικού μας ταξικού λόγου πάνω στο σώμα, την υγεία και την αρρώστια. Μακριά από τη λογική των καπιταλιστών που νοιάζονται για την «ασθένειά» μας μόνο στον βαθμό που εμποδίζει την ικανότητά μας για δουλειά, να έχουμε λόγο πάνω στο τι θεωρούμε εμείς υγεία, να αμφισβητήσουμε τους ορισμούς που επιβάλλουν οι «ειδικοί» και τους οποίους το καπιταλιστικό κράτος μετατρέπει σε επιβολή πάνω στο σώμα μας. Να μην τους αφήσουμε με φόντο μια πανδημία και τη δήθεν προστασία μας από αυτήν να στρώσουν το χαλί της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης πάνω μας. Να μην επιτρέψουμε άλλο τον μονόλογο των ειδικών. Να αποκτήσουμε άποψη πάνω στους κοινωνικούς περιορισμούς και τις «οδηγίες» κοινωνικής συναναστροφής, τις απαγορεύσεις στις οποίες υπόκεινται η ζωή και τα σώματά μας, τα lockdown και τα πρόστιμα, τα εμβόλια και τις παρενέργειές τους. Να αποκτήσουμε έλεγχο πάνω στις υπηρεσίες υγείας μέσα από κοινές συνελεύσεις και αγώνες υγειονομικών-χρηστριών.

Χωρίς αμφιβολία η «θεραπεία» που εφαρμόζει το κράτος ενάντια στην covid-19 οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εμφάνιση μιας σειράς παλιών και νέων συμπτωμάτων μιας πολύ πιο παλιάς και βλαβερής ασθένειας, αυτής  της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.  Αυτό έχει φανεί ήδη από τα νομοσχέδια που έχει περάσει η κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας (εργασιακά, εκπαιδευτικά, περιβαλλοντικά κλπ.) και συνεχίζει να φαίνεται από τις πρόσφατες αναστολές εργασίας και την επικείμενη αναδιάρθρωση του ΕΣΥ. Η μοναδική θεραπεία της ασθένειας αυτής είναι οι συλλογικοί μας αγώνες, διαφορετικά θα γίνει ανίατη. Είναι ταξικό μας καθήκον λοιπόν να ζητήσουμε την ανάκληση των απολύσεων των υγειονομικών και των άλλων εργαζόμενων επειδή δεν ήταν (και δεν είναι) διατεθειμένοι να κάνουν με το ζόρι το εμβόλιο και τα πληρωμένα από μας, καταναγκαστικά rapid test∙ επειδή αρνήθηκαν τη μετακύλιση του κόστους της πανδημίας στις πλάτες μας, τους αποκλεισμούς και τους διαχωρισμούς που μας επιβάλλει το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου, τη γενίκευση της επισφαλούς εργασίας και της αμοιβής της με κρατικά επιδόματα αντί για μισθό, την ιδεολογική μετατροπή της μισθωτής εργασίας και της κατανάλωσης σε «προνόμιο».

Ενάντια στην υποταγή στην αλλοτριωμένη γνώση των ειδικών, να στήσουμε κοινές (προλεταριακές) συνελεύσεις, υγειονομικών και χρηστών, εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων, οι οποίες θα μπορούν να πραγματευτούν την προλεταριακή μας εμπειρία στο σύνολό της, αντιστρέφοντας τη ζοφερή πραγματικότητα. Να διεκδικήσουμε αυξήσεις στους μισθούς, αυξήσεις των κοινωνικών αναπαραγωγικών δαπανών για την υγεία, πληρωμένες άδειες, λιγότερη δουλειά. Να επιβάλλουμε την φαρμακοεπαγρύπνηση που θα εκθέσει τις φαρμακευτικές εταιρείες και θα υπηρετήσει την προστασία της ζωής. Να ορίσουμε συνολικά το περιεχόμενο της υγείας και της ζωής σύμφωνα με τις δικές μας κοινωνικές ανάγκες και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες  του απομονωμένου/ «απογυμνωμένου» ατόμου και της επιβίωσής του, της επιβίωσης δηλαδή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Να μην αντιμετωπίζουμε την ασθένεια φοβικά και ατομικοποιημένα· να την χρησιμοποιήσουμε ως συλλογικό όπλο. Με άλλα λόγια, να αλλάξουμε τους συσχετισμούς δύναμης με τα αφεντικά και να εκμεταλλευτούμε την κρίση προς όφελός μας. Κι όπως λέγαμε τον Απρίλη του 2020: αν στο κάτω-κάτω δεν μας δίνουν άδεια λόγω «ασθένειας» μετ’ αποδοχών, να βήξουμε στη μούρη του αφεντικού!

συνέλευση ενάντια στη βιοεξουσία & την κλεισούρα

Οκτώβριος 2021 [updated 5/11/21]

***

ΕΝΘΕΤΟ | ΠΡΟΣΦΑΤΟΙ ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ “GREEN PASS” ΣΕ ΓΑΛΛΙΑ & ΙΤΑΛΙΑ

Τι γίνεται στη Γαλλία (και την Ιταλία);

«Το υγειονομικό πάσο είναι η ελευθερία» Gabriel Attal, κυβερνητικός εκπρόσωπος της Γαλλίας,9 Ιουνίου 2021

Εάν δεν κατάφεραν να ξαφνιάσουν κάποιον, στα μέσα του Ιούλη, τα νέα από τη Γαλλία περί επιβολής υποχρεωτικού εμβολιασμού στους εργαζομένους στον τομέα της υγείας και της φροντίδας ηλικιωμένων καθώς και στους πυροσβέστες, ενδεχομένως το κατάφεραν καλύτερα τα συνοδευτικά μέτρα σχετικά με την εισαγωγή της πολιτικής των πιστοποιητικών (του λεγόμενου «υγειονομικού πάσου»), με σταδιακή ισχύ για το σύνολο του πληθυσμού από 12 ετών και πάνω. Η απαίτηση για υγειονομικά πιστοποιητικά γενικεύθηκε γρήγορα, από τα σινεμά, τις συναυλίες, τις βιβλιοθήκες και τα μουσεία στις 21 Ιούλη, στα μπαρ, τα τρένα, τα νοσοκομεία, τα καφέ, και τα εστιατόρια στις 9 Αυγούστου, ενώ οι απαγορεύσεις έφτασαν να επεκταθούν ακόμα και σε εμπορικά κέντρα.

Αν και κάποιες άλλες χώρες της Ευρώπης είχαν υιοθετήσει νωρίτερα αντίστοιχα μέτρα –όπως η Δανία και η Ιρλανδία, από τον Αύγουστο και η Ιταλία, η οποία πρωτολάνσαρε το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού στο υγειονομικό προσωπικό, το οποίο αντέγραψε στη συνέχεια και η ελληνική κυβέρνηση–, η Γαλλία έγινε το επίκεντρο των συζητήσεων ακριβώς λόγω των έντονων αντιδράσεων που ξεπήδησαν σε επίπεδο δρόμου, αλλά και στους χώρους εργασίας. Ένα μήνα μετά τις πρώτες ανακοινώσεις των σχετικών μέτρων εκεί, το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου στα καθ’ ημάς δεν είχε πια να ανέβει απάτητο βουνό, ειδικά αν σκεφτεί κανείς το χαλί της εθνικής ενότητας και νομιμοφροσύνης που έστρωσαν τα κόμματα της αριστεράς, η πλειοψηφία των συνδικάτων και άλλοι σταυροφόροι του καθολικού εμβολιασμού, ακόμα και στο όνομα του «ταξικού καθήκοντος», δηλαδή ενός βιολογικοποιημένου εργατισμού.[31]

Από τη μία φαίνεται ότι υπάρχουν πολλά κοινά στην πορεία που ακολουθείται στη Γαλλία και εδώ. Ορισμένες διαφορές από την άλλη είναι εξίσου αξιοσημείωτες. Πρώτα και κύρια είναι ο χαρακτήρας του κινήματος ενάντια στο πρόγραμμα του καθολικού εμβολιασμού που μας διαφοροποιεί. Η ιδιαιτερότητα του γαλλικού κινήματος έγκειται κατ’ αρχάς στη μαζικότητα και την επιμονή των συμμετεχόντων, αλλά και στην μεγάλη ποικιλομορφία των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Αντίθετα με την ασφυκτική κατάσταση που επικρατεί εδώ καθώς γράφονται αυτές οι σελίδες, με την ακροδεξιά να έχει πάρει σε πρώτη φάση τα ηνία των διαμαρτυριών ενάντια στα μέτρα και στη συνέχεια να έχει καταφέρει να συσπειρώσει εργαζόμενους γύρω από διάφορες διαδικτυακές ομάδες που προσφέρουν βοήθεια νομικίστικου επιπέδου, στη Γαλλία μια μαγιά προλετάριων, σχετικά πρόσφατα μυημένων στον «δρόμο» από την περίοδο 2018-19, μπουχτισμένες από την κλεισούρα και τους εντολοδόχους προστάτες, ξαναεμφανίστηκαν στο προσκήνιο κάνοντας μπόλικο ντόρο. Συνολικά στη Γαλλία, από τα μέσα Ιούλη μέχρι τουλάχιστον και τον Σεπτέμβρη, κάθε Σάββατο συγκεντρώνονταν στους δρόμους 100 με 250 χιλιάδες κόσμου καθώς οι συγκεντρώσεις απλώνονται σε πολλές πόλεις και κωμοπόλεις.

Όπως και στην προ-λοκντάουν περίοδο, στην αρχική φάση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», ξενοφοβικά εθνικιστικά στοιχεία άρχισαν να ξεσκαρτάρονται από τους κόλπους του κινήματος στις περισσότερες μεγάλες πόλεις, όχι απαραίτητα εύκολα και ειρηνικά. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου οργανωμένοι φασίστες επιχείρησαν να εισχωρήσουν στο πλήθος υποκρινόμενοι τους πολιτικά ουδέτερους και φιλειρηνικούς διαδηλωτές. Στην προσπάθεια τους να επιβληθούν και να περιορίσουν την αυτόνομη δράση στις διαμαρτυρίες, σε ορισμένες περιπτώσεις εξαπέλυσαν στοχευμένες επιθέσεις που οδήγησαν σε αιματηρές συμπλοκές (βλ. επίθεση σε μπλοκ με πανό που έγραφε «Κάτω το κράτος, οι μπάτσοι και τ’ αφεντικά» στην Τουλούζ στις 11 Σεπτέμβρη και σε μεμονωμένους διαδηλωτές στη Νάντη στις 31 Αυγούστου). Σε κάθε περίπτωση οι φασίστες τράπηκαν σε φυγή κυνη-γημένοι από διαδηλωτές. Στο Μονπελιέ επίσης, οι φασίστες έχουν εξοστρακιστεί πολλάκις από τις διαδηλώσεις εν μέσω γιουχαρισμάτων. Στο Παρίσι, άκουγε κανείς για τουλάχιστον δύο διαφορετικούς τόπους προσυγκεντρώσεων με καλέσματα που γίνονται κάθε Σάββατο, από τα μέσα του Ιούλη μέχρι σήμερα.

Οι ακροδεξιοί που κινητοποιούνται –με ηγετική φιγούρα τον Φλωριάν Φιλιπό–[32] αναγκάστηκαν να χωρίσουν τα τσανάκια τους και να πάνε σε άλλη παραλία. Αφήνοντας εμείς απ’ έξω, λοιπόν, τις δικές τους άθλιες και περιθωριοποιημένες συγκεντρώσεις, στις υπόλοιπες, ενώ τα στιχάκια που σκαρφίστηκαν τα κίτρινα γιλέκα δυο χρόνια πριν ηχούν σε τακτική βάση –με αναφορές στην «υπεράσπιση του συνταξιούχου» και την «τιμή του εργαζόμενου»–, μάλλον θα δυσκολευτεί κανείς να ακούσει να τραγουδιέται η Μασσαλιώτιδα. Βλέπουμε τελικά πως η περιθωριοποίηση των ακροδεξιών και η προλεταριακή αυτοάμυνα λαμβάνει χώρα στα πλαίσια ενός ευρύτερου αγώνα και δεν περιορίζεται εντός μιας στενά «αντιφασιστικής» ιδεολογίας. Η αυτονομία των κινήσεων καθίσταται απαραίτητη ώστε το κίνημα να γίνει πραγματικά αιχμηρό και συμπεριληπτικό.

Βέβαια, κάποιος που θα παραστεί σε μια συγκέντρωση στο Παρίσι, μακράν του να αντικρίσει ένα ανεπτυγμένο πολιτικά ή οργανωτικά προλεταριακό κίνημα, κινδυνεύει να «ξενερώσει» από τις διάσπαρτες «τρίχρωμες» σημαίες, την απουσία ιδιαίτερα ευφάνταστων και αιχμηρών συνθημάτων και συντε-ταγμένων μπλοκ, ή από τα άφαντα σωματεία. Όπως και στην περίπτωση των «κίτρινων γιλέκων» η επιλογή της ημέρας του Σαββάτου για τις κινητοποιήσεις υποδηλώνει μια διάθεση απόσχισης από τους παραδοσιακούς φορείς εκπροσώπησης της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα μια τάση σχετικής εγκατάλειψης του χώρου εργασίας ως πεδίου αγώνα.

Πέρα από τις κλασικές πορείες, μία ενδιαφέρουσα κινηματική πρακτική που υιοθετήθηκε από τη στιγμή που άρχισε να εφαρμόζεται καθολικά το μέτρο είναι να μαζεύεται κόσμος έξω από τα μαγαζιά της εστίασης και να κάνει υπαίθρια πικνίκ («terrasses sauvage»), διαμορφώνοντας από-τα-κάτω μία δημόσια σφαίρα που ξεπερνά τον παρτακισμό και τους αποκλεισμούς, στα πλαίσια ενός κοινωνικού αγώνα. Ακόμα, στη Νάντη διοργανώθηκε συναυλία-πορεία την Κυριακή 5/9 ενάντια στο υγειονομικό πάσο, ενώ σε μία από τις εβδομαδιαίες σαββατιάτικες πορείες (21/8) ο κόσμος μπούκαρε στο ιστορικό μεσαιωνικό κάστρο της πόλης και το κατέλαβε για μικρό διάστημα. Σε αντίστοιχες επιθετικές δράσεις που έλαβαν χώρα στις 4/9 στο Παρίσι, με την είσοδο διαδηλωτών σε εμπορικό κέντρο και στη Μασσαλία στις πλατφόρμες του σταθμού του τρένου, η απάντηση της αστυνομίας υπήρξε βίαιη.

Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια υγιή αντίδραση, πρόκειται δηλαδή για ένα κίνημα το οποίο διαπνέεται από μια ζωντάνια που θα θέλαμε να διαχυθεί και στα μέρη μας. Οι κινητοποιήσεις στον δρόμο, όμως, παραμένουν περιορισμένες σε μεγάλο βαθμό εντός ενός δικαιωματισμού που ανεπιτυχώς επιδιώκει να συγκρουστεί με την «ελευθερία» του απομονωμένου και φιξαρισμένου ατόμου την οποία προτάσσει το Κράτος, δηλαδή με έναν άλλο δημοκρατισμό. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη, βέβαια, από τη στιγμή που μεγάλα κομμάτια των συνδικάτων, της αριστεράς και της αντιεξουσίας κρατάνε αποστάσεις ασφαλείας από αυτήν την «ακαθόριστη μάζα» που ενοποιείται κυρίως γύρω από το «anti-anti-anti-pass sanitaire» και τα αντι-Μακρόν συνθήματα.

Στρεφόμενοι προς τις αντιδράσεις στους χώρους εργασίας εντοπίζουμε πιο στοχευμένες κινήσεις που έχουν ως επίδικο όχι αφηρημένα την «ελευθερία» του πολίτη, αλλά την (αυτο)προστασία των εργατ(ρ)ιών από τους εξαναγκασμούς και τις απολύσεις/ αναστολές, από την επίθεση στον μισθό μέσω των επιβαρύνσεων με τα διάφορα τεστ, και από την έξωθεν επιβολή διαιρέσεων εντός της τάξης. Το μέσο της απεργίας, στην πραγματικότητα, καθόλου δεν έχει εκλείψει ως όπλο ενάντια στις νέες προσπάθειες παραγωγικής πειθάρχησης.

Απεργίες διαρκείας είχαν κηρυχθεί σε ορισμένα νοσοκομεία ήδη στα τέλη Ιούλη και αρχές Αυγούστου (βλ. Carémeau της Nîmes, Édouard-Herriot της Lyon, νοσοκομείο της Bastia στην Κορσική και σε διάφορες μονάδες στη Μασσαλίας) ενώ δύο μεγάλα συνδικάτα (CGT και SUD) κήρυξαν απεργία διαρκείας όλων των υγειονομικών από την πρώτη ημέρα καθολικής εφαρμογής των πιστοποιητικών, στις 9 Αυγούστου. Σε κλαδική απεργία των υγειονομικών και συγκέντρωση διαμαρτυρίας καλούσαν στις 14 Σεπτέμβρη και τα μεγάλα συνδικάτα, καθώς είχαν προγραμματιστεί αναστολές (τουλάχιστον 3.000) ανεμβολίαστων εργαζόμενων για την επόμενη μέρα. Νέες απεργίες στον τομέα της υγείας ξεσπούν έκτοτε διαρκώς σε διάφορες νοσοκομειακές μονάδες. Επίσης, σε διάσπαρτες δημοτικές βιβλιοθήκες (και άλλες αντίστοιχες υπηρεσίες όπως δημοτικές πισίνες), προκηρύσσονται απεργίες διαρκώς από τις αρχές Αυγούστου και ορισμένα σωματεία έχουν δηλώσει ότι καλύπτουν τους εργαζομένους που αρνούνται τον έλεγχο των πιστοποιητικών σε όσους επιθυμούν να εισέρχονται.

Όμοιες ανακοινώσεις έχουν βγει και από το συνδικάτο των σιδηροδρομικών SUD-Rail, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα καλέσματα της λεγόμενης Επιτροπής της Νάντης για την Αυτονομία των Αγώνων σε απεργίες ελέγχου των πάσων στην εστίαση και τα ξενοδοχεία. Στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία  συμμετέχουν εργαζόμενοι από αυτούς τους κλάδους οι οποίοι μάλιστα στηρίζουν τις σαββατιάτικες διαμαρ-τυρίες στη Νάντη με δικά τους πανό στην κεφαλή της πορείας.

Απεργία διαρκείας είχε καλεστεί και στο πιο ονομαστό πολυκατάστημα του Παρισιού, τη Γκαλερί Λαφαγιέτ, από την ημέρα που επεκτάθηκε η εφαρμογή του μέτρου των πιστοποιητικών στα καταστήματα και άλλους χώρους «ανοιχτούς στο κοινό», στις 30 Αυγούστου, αναγκάζοντας όχι μόνο τους πελάτες, αλλά και τους εργαζόμενους, να προσκομίζουν τεστ με ισχύ 72 ωρών για να εξασφαλίζουν δυνατότητα εισόδου.[33]

Στη γενική απεργία που είχε προκηρυχθεί στη χώρα για τις 5 Οκτώβρη –η οποία συνοδεύτηκε από πορείες με συμμετοχή που άγγιξε τις 160.000 κόσμου– συμπεριλαμβανόταν και το αίτημα για την ανάκληση του νόμου της 5ης Αυγούστου για τα υγειονομικά πιστοποιητικά (κάτι που δεν θα περιμέναμε από τα συνδικάτα εδώ, εν απουσία ενός πραγματικού από-τα-κάτω κινήματος να τα πιέζει). Περι-λάμβανε ακόμα την ανάσχεση όλων των επικείμενων  μεταρρυθμίσεων (σε ασφα-λιστικό, επιδόματα ανεργίας κ.λπ.) που είχαν μπει σε πάγο μερικώς μέσα στην προηγούμενη φάση της πανδημίας –αντίθετα με την ελληνική περίπτωση– και που πλέον έχουν επανενταχθεί στην ατζέντα του Κράτους.

Παρότι υπάρχει η εντύπωση ότι σιγά-σιγά οι διαμαρτυρίες ενάντια στα πιστοποιητικά χάνουν τη δυναμική τους, το ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιες σαββατιάτικες συγκεντρώσεις –αν και κάπως ξεφουσκωμένες– τώρα αποκτούν σε ορισμένες πόλεις ευρύτερο χαρακτήρα. Μιας και εκεί, λοιπόν, το κίνημα δεν περιορίστηκε εντός της εθνικής ενότητας που πρότασσαν οι σταυροφόροι του καθολικού εμβολιασμού, παρά την αδυναμία του εν τέλει να πετύχει τους στόχους του,[34] η ορμή του καταφέρνει να διευρυνθεί και να μετουσιωθεί σε διαμαρτυρίες που βάζουν τώρα στο στόχαστρο και άλλες (νέες) πλευρές της επίθεσης στον μισθό, π.χ. μέσω των ανατιμήσεων προϊόντων.

Όμως, δεν είναι μόνο στη Γαλλία που γεννήθηκαν δυναμικές αντιδράσεις ενάντια στα πιστοποιητικά. Στην Ιταλία, προέκυψαν αγώνες, εκ νέου, ενάντια στην επέκταση του μέτρου του «Green Pass» στους χώρους εργασίας –κάτι που όπως είπαμε ισχύει από τις αρχές Σεπτέμβρη στην Ελλάδα, πρακτικά χωρίς να κουνηθεί φύλλο από μεριάς των σωματείων.

Συγκεκριμένα, κάποιες μέρες πριν την εφαρμογή του μέτρου στην Ιταλία, στις 11/10, σωματεία βάσης είχαν καλέσει γενική απεργία βάζοντας επί τάπητος ευρύτερα καίρια ζητήματα που αφορούν τους χώρους εργασίας. Η συμμετοχή στην απεργία άγγιξε το 1 εκατομμύριο εργαζόμενους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η απεργιακή κινητοποίηση στην Τεργέστη –μία σχετικά μικρή πόλη– ήταν η μαζικότερη σε όλη τη χώρα αγγίζοντας τους 20.000 διαδηλωτές. Αυτό το στοιχείο έχει ενδιαφέρον γιατί μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το ότι οι εργάτ(ρι)ες αυτής της πόλης έχουν επιδείξει μία πεισματική άρνηση συμμόρφωσης στην πολιτική των πιστοποιητικών

Την ημέρα εφαρμογής του μέτρου, στις 15/10, δυναμικές και μαζικές απεργίες καταγράφονται κυρίως στη Βόρεια Ιταλία με πρωταγωνιστές λιμενεργάτες της Τεργέστης (η συμμετοχή των οποίων έφτασε τους 6.000 εργαζόμενους), εργάτ(ρι)ες σε εργοστάσια της περιοχής Sinistra Piave κοντά στη Βενετία (Electrolux, San Benedetto, SIPA, Irca, Zoppas group), καθώς επίσης σε αποθήκες της DHL στην περιοχή Liscate κοντά στο Μιλάνο, στη Μπολόνια στα κέτερινγκ του ομίλου Camps και στα κέντρα logistics της περιοχής. Μπλοκαρίσματα και διαμαρ-τυρίες λιμενεργατών και οδηγών φορτηγών πραγματοποιήθηκαν και σε άλλα λιμάνια όπως της Ανκόνα και της Γένοβα. Όμοια σε κεντρικές οδικές αρτηρίες από συντηρητές δρόμων της εταιρείας Multiservice srl στην Καζέρτα, ενώ συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε δημόσιους χώρους ξεπήδησαν σε πολλές μεγάλες πόλεις.

Ορισμένες απεργίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες μέρες, και συγκεκριμένα στην Τεργέστη, εφόσον όλες οι μεταφορές εμπορευμάτων μέσω του λιμανιού της πόλης είχαν μπλοκαριστεί από τους ίδιους τους εργαζόμενους, τη Δευτέρα 18/10 το Κράτος προχώρησε σε καταστολή με ΜΑΤ, γκλομπ, δακρυγόνα και αύρες. Στο Τορίνο, στις 22/10, δημιουργήθηκε μέσω της Si Cobas (βλ. συνομοσπονδία σωματείων βάσης)  ένας συντονισμός εργαζομένων ενάντια στον εκβιασμό του «Green Pass» από 9 διαφορετικούς χώρους εργασίας (βλ. σουπερμάρκετ, εργοστά-σια, σχολεία, μουσεία).

Στο μεταξύ, μία μαζική καμπάνια καταλοιδόρησης του αγώνα ενάντια στο «Green Pass» έχει ξεκινήσει με τελευταία αιχμή την επίθεση που δέχθηκαν από φασίστες του ακροδεξιού κόμματος Forza Nuova τα κεντρικά γραφεία της συνομοσπονδίας/συνδικάτου CGIL, δύο μέρες πριν τη γενική απεργία που καλούσαν, όχι αυτοί, αλλά όπως είπαμε τα σωματεία βάσης. H CGIL είναι από κάθε άποψη το ιταλικό αντίστοιχο της ΓΣΣΕ, καθώς έχει αναλάβει να συνυπογράφει με την κυβέρνηση Ντράγκι όλες τις νέες μεταρρυθμίσεις που πλήττουν τους προλετάριους στους χώρους εργα-σίας, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της εισαγωγής του «Green Pass». Oι κάθε λογής συνδιαχειριστές του καπιταλιστικού κράτους έχουν επιλέξει τώρα να ρίξουν στο τραπέζι το παραπλανητικό χαρτί του αντιφασισμού για να ενισχύσουν την εθνική ομοψυχία, γύρω από τα συμφέροντα των αφεντικών.

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, οι συνδικαλιστές της Si Cobas, παρά τις άκρως προβληματικές απόψεις τους υπέρ του μαζικού/καθολικού εμβο-λιασμού, αντιλαμβάνονται τουλάχιστον ότι η ψευτο-αντιπαράθεση φασισμού/αντιφασισμού συγκαλύπτει την επιβολή του «Green Pass», τις απολύσεις και την αναδιάρθρωση. Όντας ταυτόχρονα υπό την πίεση των μελών τους, στηρίζουν και συμμετέχουν ενεργά στους αγώνες ενάντια στα πιστο-ποιητικά στους χώρους δουλειάς. Ενδιαφέρον έχει, επίσης, ο τρόπος που η Si Cobas αναδεικνύει το πάθος με το οποίο τα κεντρικά συνδικάτα και η κυβέρνηση επιδίδονται σε αντιφασιστικές κορώνες, ενώ την ίδια στιγμή κάνουν τουμπεκί για τους απεργούς που ξυλοκοπήθηκαν στις 11/10 από μπράβους της μαφίας τους οποίους κάλεσαν τα αφεντικά (βλ. κλωστο-ϋφαντουργία Dreamland στο Πράτο).

Άραγε θα υπάρξουν αντίστοιχες απαντήσεις των εργαζομένων εδώ, όπου άλλωστε τα ποσοστά εμβολιασμού είναι πολύ χαμηλότερα από της Γαλλίας και της Ιταλίας, και οι υφιστάμενοι τους αποκλεισμούς είναι ακόμα περισσότεροι; Όσο ο αγώνας περιορίζεται σε μία χώρα, τόσο πιο αδύναμος μένει και ταυτόχρονα πιο ευάλωτος στην απόκτηση εθνοκεντρικών και εθνικιστικών χαρακτηριστικών.

Το ζήτημα των πιστοποιητικών και της πειθαρχικής υγειονομικής διαχείρισης των πληθυσμών είναι, σε τελική ανάλυση, ζήτημα της παγκόσμιας εργατικής τάξης, όχι ζήτημα της κοινωνίας των ιδιωτών-πολιτών ενός έθνους-κράτους.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Όπως γράφει ο γιατρός Δημήτρης Τσουκαλάς στο έργο του Το Σώμα Σου Είναι Γενετικά Προγραμματισμένο Να Είναι Υγιές: «η ιατρική έχει πράγματι συντελέσει στη μείωση της θνησιμότητας από οξείες ασθένειες. Όμως, ενώ είναι αλήθεια ότι με την προσέγγιση αυτή σώζονται αρκετές ζωές, είναι επίσης αλήθεια ότι η συμβολή της στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν υπερβαίνει το 5%».

[2] Το σύστημα just-in-time ήταν μια ιδέα του Taichi Ohno, ο οποίος ήταν μηχανικός στην Toyota την δεκαετία του 1950 και είχε εμπνευστεί από το έργο του Χένρυ Φορντ. Ο Ohno το όρισε ως μέθοδο εξάλειψης της «σπατάλης» στην παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων – με την έννοια της εξάλειψης του αχρησιμοποίητου αποθέματος, της πλεονάζουσας εργασιακής δύναμης και του νεκρού, από την άποψη της παραγωγικότητας, χρόνου. Η ιδέα του Ohno ήταν απλή: αντί να σπαταλά ο καπιταλιστής χρόνο, εργασία και χρήμα στην αποθήκευση των πρώτων υλών, των εργαλείων και των παραχθέντων από την επιχείρησή του εμπορευμάτων, οι προμηθευτές του θα μπορούσαν να τον εφοδιάζουν με πρώτες ύλες και εργαλεία τη στιγμή ακριβώς που θα τα χρειαζόταν. Αυτή η οικονομία στη χρήση σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, με την έννοια της μείωσης του κόστους διατήρησης αποθηκών και επιπρόσθετης εργασίας, θα γινόταν με σκοπό την αύξηση των κερδών.

Αφού εισήχθη στη Δύση τη δεκαετία του 1980, το μοντέλο just-in-time βγήκε από τα όρια της αυτοκινητοβιομηχανίας και επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς παραγωγής εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Επιβλήθηκε σε όλες τις εφοδιαστικές αλυσίδες σε σημείο που να απαιτείται από τον κάθε προμηθευτή, μεγάλο ή μικρό, να είναι ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα να εφοδιάσει άμεσα τον αγοραστή. Αυτό επέτεινε τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών που προσπαθούν να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους όσο πιο γρήγορα γίνεται, πράγμα που έχει οδηγήσει στην μείωση του εργατικού κόστους. Το σύστημα του just-in-time εφοδιασμού έχει συμβάλλει στην αύξηση των χαμηλόμισθων, προσωρινών δουλειών, με τους εργάτες και τις εργάτριες να προσλαμβάνονται μόνο όταν είναι αναγκαίο (όπως έγινε πρόσφατα με την μικρή αύξηση του νοσηλευτικού προσωπικού για τις συγκυριακές ανάγκες διαχείρισης της πανδημίας). Αυτό το διαρκές στίψιμο των εργατών έχει τροφοδοτήσει μια εργασιακή κουλτούρα που απαιτεί από την εργάτρια να είναι σε επιφυλακή 24 ώρες το 24ωρο, 7 μέρες την εβδομάδα και έχει οδηγήσει σε αύξηση των ψυχο-διανοητικών προβλημάτων υγείας, ενώ η υποτίμηση της εργασίας έχει ενισχύσει όλες τις μορφές κοινωνικής ανισότητας, ανεξαρτήτως των πολιτικών πεποιθήσεων της εκάστοτε κυβέρνησης.

Κάπως έτσι τα νοσοκομεία και οι υπηρεσίες υγείας συνολικά έγιναν κέντρα διανομής διαγνώσεων και θεραπειών, εκπλήρωσης διερχόμενων, προσωρινών αναγκών. Ούτως ή άλλως, τα μεταπολεμικά ιατροτεχνολογικά άλματα που επέτρεψαν τις έγκαιρες διαγνώσεις και χειρουργικές επεμβάσεις πολύ μεγαλύτερης ακρίβειας από ό,τι στο παρελθόν, καθώς και την ανάπτυξη νέων (πολυ)φαρμάκων, είχαν ήδη κατευθύνει το ιατρικό μοντέλο προς την αντιμετώπιση του ατομικού, έκτακτου συμβάντος, στο αποτέλεσμα, δηλαδή, και όχι στην αιτία της ασθένειας, στο επιμέρους και όχι στο γενικό, κοινωνικό πεδίο.

Επειδή το σύστημα just-in-time εξαλείφει τα αποθέματα, απρόβλεπτες κρίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες ελλείψεις σαν αυτές που δημιουργήθηκαν στην αρχική φάση της πανδημίας όταν εμφανίστηκαν ελλείψεις σε ΜΕΘ, ιατρικό προσωπικό και ιατρικό εξοπλισμό, πράγμα που οδήγησε τους ασθενείς που έπασχαν από όλες τις άλλες οξείες ή μακροχρόνιες παθήσεις πέραν της covid-19 εκτός δημόσιου συστήματος υγείας λόγω της απροθυμίας του κράτους να εγκαταλείψει το φτηνό μοντέλο just-in-time. Όπως δείχνουμε στο παρόν κείμενο, συνέβη κάτι ακόμα χειρότερο: το κράτος χρησιμοποιεί εδώ και ενάμιση χρόνο την πανδημία για να το εδραιώσει και να το εμβαθύνει..

[3] Σε επίκαιρη ερώτησή του, στις 18/10/21, για τη διαχείριση της πανδημίας ο Τσίπρας υπήρξε εξαιρετικά εύγλωττος και αφοπλιστικά ειλικρινής στη Βουλή: «Από την πρώτη στιγμή στηρίξαμε τα πιο σκληρά lockdown, τους εμβολιασμούς. Και μας κατηγορείτε ότι δεν βάλαμε πλάτη». Συγκυβέρνηση με τα όλα της!

[4] Στο αρκετά πρόσφατο παρελθόν μια αντίστοιχη απόπειρα μερικής, δηλαδή όχι ουσιαστικής, κριτικής εστίασε, αποκομμένα από το γενικότερο πειθαρχικό πλαίσιο, στην πανεπιστημιακή αστυνομία –που, παρεμπιπτόντως, σήμερα ενσαρκώνεται με τους σεκιουριτάδες που ελέγχουν τα πιστοποιητικά εμβολιασμού στις εισόδους των σχολών– ενώ έκανε μόκο, αν δεν σιγόνταρε κιόλας στην εισαγωγή της τηλεκπαίδευσης, μέσω της οποίας πριονίστηκαν οι υλικές προϋποθέσεις για τη διοργάνωση δυναμικών ενεργειών ενάντια και στο νεοϊδρυθέν, κατασταλτικό σώμα. Φυσικά τα λοκντάουν, οι μάσκες, η κοινωνική αποστασιοποίηση κλπ., τα μέτρα δηλαδή που (σταδιακά) οδήγησαν στο τωρινό υγειονομικό απαρτχάιντ έμειναν και εξακολουθούν να μένουν μακρυά από τα βέλη της ξεδοντιασμένης αυτής κριτικής.

[5] Όπως συνέβη στο Ισραήλ, το πρώτο κράτος που επίσημα «συνέστησε» την τρίτη δόση, πριν καν αυτή πάρει «ειδική έγκριση» από τους αρμόδιους διεθνείς φορείς: όσες εμβολιασμένες δεν συμμορφώθηκαν έχασαν τα «προνόμια» που οι δύο πρώτες δόσεις τους είχαν εξασφαλίσει. Η πρόταση για άρση των «προνομίων» που απολαμβάνουν σήμερα οι εμβολιασμένοι δεν θα αφορά βέβαια μόνο το Ισραήλ. Αντίστοιχη πρόταση έπεσε στο τραπέζι και στη χώρα μας με πρωτοβουλία της αριστεράς του κεφαλαίου. Σε πρόσφατη δημόσια παρέμβασή του, υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πανστρατιά για την τρίτη δόση», ο Νίκος Φίλης μεταξύ άλλων σημειώνει: «Και κάτι τελευταίο και ίσως όχι ιδιαίτερα δημοφιλές. Δεν είναι η στιγμή όμως να χαϊδεύουμε αυτιά. Σε εύλογο χρονικό διάστημα (π.χ. ένα μήνα μετά την παρέλευση 6μήνου από τον πλήρη αρχικό εμβολιασμό) θα πρέπει προφανώς να παύει η ισχύς των πιστοποιητικών ελεύθερης πρόσβασης σε εργασία, πολιτιστικές δραστηριότητες, εστίαση, μεταφορές. Συμπολίτες που θα έχουν απωλέσει μέγα μέρος της ανοσοποιητικής τους ικανότητας θα ήταν ανεύθυνο και επικίνδυνο να εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως “πλήρως εμβολιασμένοι”. Οφείλουμε να μιλήσουμε και για αυτό». Βλ. Εφημερίδα των Συντακτών, 1/11/2021 [Δική μας η έμφαση]

[6] Δεδομένης της παραπάνω αναβάθμισης από τη μεριά του κράτους, η χρήση των self-test, που ως τώρα είχε «εκπαιδευτικό»-αυτοπειθαρχικό χαρακτήρα για το σύνολο των εργαζόμενων, προλειαίνοντας το έδαφος για την πειθάρχηση στον μαζικό/καθολικό εμβολιασμό, έχει πλέον περιοριστεί στις μαθήτριες –έως ότου «εγκριθούν» τα εμβόλια και για μικρότερες ηλικίες ή στηθούν κλιμάκια υγειονομικής αστυνομίας του ΕΟΔΥ στα σχολεία, όπως επίμονα ζητάνε, εδώ και μήνες, το ΚΚΕ και τα ΕΑΑΚ.

[7] Βλ. Δ. Μπελαντή «Τα εμβόλια και οι πολιτικές ελευθερίες», εφημερίδα Ο Δρόμος της Αριστεράς, 9/10/2021. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η πρόσφατη απόφαση της ΔΟΕ να διεξάγει στις 23/10 την ολομέλεια των προέδρων (σχετικά με το ζήτημα της απεργίας-αποχής από την αξιολόγηση) κεκλεισμένων των θυρών, απαγορεύοντας ακόμα και στους μη εμβολιασμένους προέδρους των συλλόγων να συμμετάσχουν και αποκλείοντας για πρώτη φορά στην ιστορία οποιονδήποτε άλλο (εμβολιασμένο ή μη) εκπαιδευτικό. Υπήρξε αντίδραση από τη μεριά ορισμένων συνδικαλιστών έξω από τον χώρο της συνεδρίασης, αλλά μόνο ως προς το κομμάτι της κεκλεισμένων των θυρών διαδικασίας και όχι δυστυχώς ως προς το κομμάτι της επίδειξης πιστοποιητικών, με αποτέλεσμα η ΔΟΕ να δεχτεί να μπουν μέσα και άλλοι εκπαιδευτικοί πέραν των προέδρων με επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού! Αφού οι γραφειοκράτες βεβαιώθηκαν ότι είχε αποτραπεί η μαζική προσέλευση εκπαιδευτικών στη συνεδρίαση, προσέλευση που στο παρελθόν είχε οδηγήσει πολύ συχνά στο κράξιμό τους, οι έλεγχοι στην είσοδο εν τέλει χαλάρωσαν.

[8] Πρόσφατα, στο όνομα «της προστασίας της δημόσιας υγείας», ο ΙΣΑ εξέδωσε απόφαση αναστολής της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του καρδιολόγου Βόβολη, γνωστής φιγούρας του εγχώριου, (ακρο)δεξιού, αντι-εμβολιαστικού κινήματος.

[9] Ερωτηθείσα από το CNN σχετικά με τον θάνατο του πλήρως εμβολιασμένου πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κόλιν Πάουελ, από επιπλοκές που προκάλεσε ο κορωνοϊός, μια αμερικανίδα γιατρός και ερευνήτρια απάντησε με ειλικρίνεια: «Σκεφτείτε το εμβόλιο κορωνοϊού σαν ένα πολύ καλό αδιάβροχο. Λειτουργεί πολύ καλά για να σας προστατεύσει από το ψιλόβροχο. Αλλά εάν βρίσκεστε σε μια καταιγίδα και μετά έρθει ένας τυφώνας, υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να βραχείτε. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εμβόλιό σας είναι ελαττωματικό. Σημαίνει ότι βρεθήκατε σε κακές καιρικές συνθήκες και το αδιάβροχο από μόνο του μπορεί να μην σας προστατεύει πάντα». Κατά τη διάρκεια την πρώτης φάσης της υγιεινιστικής τρομοκρατίας η ύπαρξη σοβαρών υποκείμενων νοσημάτων σε ασθενείς υποβιβαζόταν διαρκώς, προκειμένου να διογκωθεί επίτηδες ο αριθμός θανάτων που αποδίδονταν (αποκλειστικά) στην covid-19. Στη φάση του μαζικού/καθολικού εμβολιασμού στα δυτικά κράτη, τα υποκείμενα νοσήματα και η δυσμενής επίδρασή τους στην εξέλιξη της υγείας των ασθενών αναδύονται από τη σκιά στην οποία οι «ειδικοί» τα είχαν εξορίσει, ώστε να δικαιολογηθεί η αποτυχία των εμβολίων να προστατέψει από τη βαριά νόσηση της covid-19 –και τον θάνατο– εκείνη τη δημογραφική ομάδα που (θεωρητικά) τα έχει πιο πολύ ανάγκη.

[10] Στο μεταξύ, στη Σιγκαπούρη η οποία άγγιξε ποσοστά εμβολιασμού κοντά στο 83% –με διακηρυγμένο στόχο το 80%– από την στιγμή που τον Σεπτέμβρη οι νοσήσεις με covid-19 άρχισαν να διαγράφουν και πάλι κατακόρυφη ανοδική πορεία, επιβλήθηκαν εκ νέου περιορισμοί στον δημόσιο χώρο, ακόμη και με τη χρήση κινούμενων ρομποτικών (!) μπάτσων, που ακούν στο κωδικό όνομα Xavier. Στην Ελλάδα, με ποσοστό εμβολιασμού στο γενικό πληθυσμό 62% (71% στον ενήλικο), ο αριθμός ημερήσιων κρουσμάτων είναι πλέον μεγαλύτερος από την προηγούμενη περίοδο έξαρσης, όταν δεν είχαν καν ξεκινήσει οι εμβολιασμοί! Κατ’ ενδιαφέροντα τρόπο, στην Ελλάδα, ο εθνικός στόχος μαζικού/καθολικού εμβολιασμού κωδικοποιήθηκε με τον όρο «τείχος ανοσίας» – μία πολιτικά φορτισμένη μετάφραση του επιστημονικού όρου «herd immunity» (σε ακριβή μετάφραση «ανοσία της αγέλης» ή έστω «συλλογική ανοσία») που χρησιμοποιείται ευρύτερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Αυτή η μεταφραστική επιλογή έγινε ακριβώς για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι άπαξ και ξεπεραστεί εντός της χώρας ένα κατώφλι (κάποτε αυτό ήταν στο 70% για όσους έχουν καλή μνήμη, πλέον έχει αυθαίρετα ανέβει στο 80%), θα εξαφανιζόταν το «στοιχειό» μια και καλή.

[11] Η υποκαταγραφή των (πιθανών) παρενεργειών στην Ελλάδα είναι παροιμιώδης. Σύμφωνα με στοιχεία που εντοπίσαμε στον ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμακοεπαγρύπνησης EudraVigilance η σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ με αντίστοιχο πληθυσμό (Βέλγιο, Τσεχία, Σουηδία, Πορτογαλία, Αυστρία) και αριθμό δόσεων ανά 100 κατοίκους (Πολωνία, Εσθονία, Τσεχία, Λιθουανία, Αυστρία) αρκεί για να αναδειχθεί μια πραγματικότητα που καμία δεν μπορεί να αρνηθεί.

[12] Κινούμενος προς την αντίθετη κατεύθυνση, προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα ένα μέλλον όπου τα just-in-time βιοτεχνολογικά εμβόλια θα κυριαρχούν, ο ΠΟΥ πλέον θεωρεί την τεχνητή ανοσία εν γένει πιο αποτελεσματική από τη φυσική.

[13] Συζήτηση που στα καθ’ ημάς εκφράστηκε με πιο οργανωμένο τρόπο, έστω και μειοψηφικά, σίγουρα πάντως όχι ικανοποιητικά, στις κινητοποιήσεις των υγειονομικών εδώ και ενάμιση χρόνο, αλλά και στο κίνημα των μαθητικών καταλήψεων το φθινόπωρο του 2020.

[14] Αντί άλλου σχολίου αντιγράφουμε από το συμβόλαιο που υπέγραψε το γερμανικό κράτος με την Pfizer/BioNTech: «Ο αγοραστής αναγνωρίζει ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και η αποτελεσματικότητα του εμβολίου είναι μέχρι στιγμής άγνωστες, και ότι το εμβόλιο μπορεί να έχει ανεπιθύμητες παρενέργειες που επί του παρόντος είναι άγνωστες. […] Ο αγοραστής συμφωνεί να εξαιρεί, να υπερασπίζεται και να μην βλάπτει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την Pfizer, την BioNTech και τις συνδεδεμένες με αυτές εταιρείες, από και κατά όλων των αγωγών, αξιώσεων, ενεργειών, απαιτήσεων, απωλειών, ζημιών, υποχρεώσεων, αποζημιώσεων, κυρώσεων, προστίμων, δαπανών και εξόδων».

[15] Το πλάνο έχει ως εξής (δια στόματος Άδωνι Γεωργιάδη): «αν ζητάτε τη γνώμη μου ασφαλώς και θα μπορούσε μια επιχείρηση να επικαλεστεί τον μη εμβολιασμό ως λόγο απόλυσης, αν ο εργαζόμενος δουλεύει σε ένα κρίσιμο σημείο για την επιχείρηση αυτή». Και συνέχισε στον ίδιο τόνο λίγο καιρό αργότερα: «Χθες ήρθε στο γραφείο μου ένας μεγάλος ξενοδόχος και μου έθεσε το ζήτημα ότι ένα μικρό κομμάτι του προσωπικού δεν θέλει να εμβολιαστεί. Καταλήξαμε ότι θα πρέπει να ενημερώσουμε τους εργαζομένους ότι για την ασφάλεια της επιχείρησης θα πρέπει να εμβολιαστούν όλοι και όποιος δεν θέλει να εμβολιαστεί, θα πρέπει να αναλάβει και τις συνέπειες της αποφάσεώς του. Δεν μπορεί μια επιχείρηση να κινδυνεύει να κλείσει επειδή ένας υπάλληλος θέλει να ασκήσει το, δήθεν δικαίωμά του, να μην εμβολιαστεί. Στην υπάρχουσα εργασιακή νομοθεσία μια επιχείρηση μπορεί να απολύσει έναν υπάλληλο εάν ο εργαζόμενος θέτει σε κίνδυνο την επιχείρηση».

[16] Εάν πάλι μια ολόκληρη οικογένεια δεν έχει εμβολιαστεί τότε δεν απαιτείται rapid test για τα παιδιά… απλά γιατί η είσοδος σε κλειστούς χώρους απαγορεύεται σε όλους τους – πράγμα που σύμφωνα με τους ιδεολόγους του μαζικού και καθολικού εμβολιασμού δεν είναι ούτε διαχωρισμός, ούτε αποκλεισμός, ούτε απαρτχάιντ…

[17] Οι επιπτώσεις των μνημονιακών πολιτικών στον αριθµό των εργαζόμενων στα κρατικά νοσοκοµεία είναι δραματικές: σε 6.500 µε 7.000 υπολογίζονται οι κενές οργανικές θέσεις γιατρών, ενώ οι αντίστοιχες κενές θέσεις του µη ιατρικού προσωπικού, όπως νοσηλευτικού, διοικητικού ή βοηθητικού προσωπικού, ξεπερνούν τις 20.000, παρότι η αναλογία των γιατρών, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών, σε σχέση µε τον πληθυσµό παραµένει εξαιρετικά υψηλή –η υψηλότερη στην ΕΕ– ακριβώς λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών. Η σημασία των κενών σε νοσηλευτικό προσωπικό δεν πρέπει να υποτιμάται: στις τεράστιες ελλείψεις του οφείλεται η μετάδοση βαρύτατων –πολύ συχνά θανατηφόρων– ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων που συχνά πλήττουν τους ασθενείς στα εγχώρια νοσοκομεία (πχ. βλ. ελλιπή αποστείρωση κατά τη φροντίδα ασθενών κλπ.).

[18] Η μεγάλη μείωση του ιατρικού προσωπικού οδήγησε, εν τέλει, στην περιβόητη νοµοθέτηση της 48ωρης, κατά µέσο όρο τετραµήνου, εβδοµαδιαίας εργασίας των γιατρών στα δηµόσια νοσοκοµεία (βλ. Ν. 4498/2017), η οποία µπορεί να φτάσει έως τις 60 ώρες για «λόγους λειτουργίας της υπηρεσίας και συνέχειας της φροντίδας υγείας», αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τον πρόδρομο του πρόσφατου νόμου Χατζηδάκη. Κάπως έτσι η µέχρι 12 ώρες συνεχής εργασία µε παρουσία στον χώρο εργασίας, που προβλέπει ο ίδιος νόµος, επεκτείνεται συχνά και στις επόµενες 12 ώρες του 24ώρου (ώρες υποχρεωτικής συνεχόµενης ξεκούρασης σύµφωνα µε τον νόµο) µε αποτέλεσµα η εργασία να µετατρέπεται «νόµιµα» σε 24ωρη συνεχόµενη. Και όταν δεν τηρείται η νοµικά προβλεπόµενη ισοδύναµη ανταλλαγή ωρών, δηλαδή το ολοήµερο ρεπό, την επόµενη ηµέρα, πράγµα πολύ συχνό, η 24ωρη συνεχόµενη εργασία γίνεται 28ωρη, 30ωρη κ.ο.κ. Η εξωφρενική διάταξη σχετικά µε την υπέρβαση του 48ώρου είχε ισχύ για µια τριετία, δηλαδή µέχρι τον Νοέµβρη του 2020, αλλά η κυβέρνηση προνόησε και έδωσε παράταση µέχρι τις… 30/11/2022 (βλ. Ν. 4764/2020). Όλα τα παραπάνω όρια, βέβαια, ακόµη και αυτό των 60 ωρών, µπορούν σύµφωνα µε τον νόµο του 2017 να παρακαµφθούν σε περίπτωση φυσικής καταστροφής ή «έκτακτης ανάγκης»…

[19] Από 7.6 ημέρες το 2013 σε 6.9 το 2015 υπολόγιζε τη σχετική μείωση η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων Knoema. Μείωση στον αντίστοιχο δείκτη, επίσης, δείχνει και η έκθεση του ΟΟΣΑ, Health at a Glance, 2019.

[20] Το επίπεδο των επιπρόσθετων, ύστερα από την εκδήλωση της πανδημίας covid-19 δηλαδή, ιατροφαρμακευτικών δαπανών ήταν το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, αντιστοιχώντας μόλις στο 1,1% των –ήδη χαμηλών– συνολικών κρατικών δαπανών για υγειονομική περίθαλψη το 2017.

Πηγή: https://analysis.covid19healthsystem.org/

[21] Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρήθηκαν στο σύνολο των καπιταλιστικών κρατών. Ενδεικτικά, και µόνο, αναφέρουµε ότι ο αριθµός των διαγνώσεων καρκινικών όγκων αλλά και χειρουργικών ή άλλων επεµβάσεων για την αντιµετώπισή τους έχουν µειωθεί δραµατικά, γεγονός που θα οδηγήσει σε σηµαντική µείωση του προσδόκιµου ζωής των ασθενών. Βλ. A. Mazidimoradi et. al., Impact of the COVID19 Pandemic on Colorectal Cancer Screening: a Systematic Review, Journal of Gastrointestinal Cancer, 2021.

[22] «Θα γίνει μια αναδιοργάνωση του υγειονομικού χάρτη γιατί δεν μπορούν και τα περιφερειακά νοσοκομεία να τα κάνουν όλα. Θα κάνουν ορισμένα βασικά καλά και μετά θα συνδέονται με ένα κεντρικό τριτοβάθμιο νοσοκομείο για τα πιο εξειδικευμένα περιστατικά. […] Για όλα αυτά φυσικά το μυστικό είναι να μετράμε, να αξιολογούμε και να βλέπουμε το παραγόμενο αποτέλεσμα. Και η πανδημία ανέδειξε ξεκάθαρα ένα ΕΣΥ δυο ταχυτήτων. Και αυτό δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Και όποιος αντιδράσει, όταν θα κάνουμε αυτές τις παρεμβάσεις, θα του θυμίσουμε αυτά τα οποία έγιναν στην πανδημία. […] Γιατί έχουμε περιφερειακά νοσοκομεία, μερικές φορές, περισσότερα από όσα θα πρέπει να έχουμε. Δεν γίνεται να έχουμε τρία νοσοκομεία μέσα σε ακτίνα 20-30 χιλιομέτρων, γιατί όλοι ήθελαν ένα νοσοκομείο στην πόλη τους, και να περιμένουμε ότι θα έχουμε τρία καλά νοσοκομεία. Δεν σημαίνει ότι θα κλείσει το νοσοκομείο, μπορεί να μετατραπεί σε μια μονάδα χρονίως πασχόντων. Αλλά θα τον ξαναφτιάξουμε τον υγειονομικό χάρτη». Κ. Μητσοτάκης σε χαρακτηριστική συνέντευξη που παραχώρησε στην Καθημερινή στις 4/7/2021. Το σχέδιο, δυστυχώς, ήδη φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά: σύμφωνα με απόφαση της 4ης ΥΠΕ Μακεδονίας-Θράκης από 1/11/2021 επιβάλλονται αναστολές λειτουργίας όλων των περιφερειακών ιατρείων και περιορισμός της λειτουργίας κέντρων υγείας σε εβδομαδιαία πρωινή λειτουργία, προκειμένου να στελεχωθούν με εσωτερικές μετατάξεις τα δημόσια νοσοκομεία της Θράκης στις «έκτακτες υγειονομικές ανάγκες από την εξέλιξη της πανδημίας στην ευρύτερη περιοχή». Πλέον, τα επείγοντα περιστατικά θα παραπέμπονται στο, εδώ και χρόνια υποστελεχωμένο, νοσοκομείο της Ξάνθης, που αναίτια κατέστη ακόμη πιο… υποστελεχωμένο εξαιτίας της επιβολής του τιμωρητικού μέτρου της αναστολής εργασίας σχεδόν στο 15% του προσωπικού.

[23] Μάλιστα, η τιµή αποζηµίωσης από το κράτος των ιδιωτικών κλινών ΜΕΘ διπλασιάστηκε στα 1.600€, ενώ νοµοθετήθηκε η μείωση του κόστους λειτουργίας των ιδιωτικών ΜΕΘ, καθώς το ίδιο προσωπικό καλούνταν να υποστηρίξει αριθμό κλινών αυξημένο κατά 40%.

[24] Υπήρξαν νοσοκομεία όπως, αυτό του Αγρινίου και της Έδεσσας, όπου το ποσοστό θνητότητας στις ΜΕΘ για τους ασθενείς με covid-19 άγγιξε το… 100%. Επίσης, σε όλα τα νοσοκομεία μεγάλο ήταν το ποσοστό των ασθενών που πέθαναν εκτός των φισκαρισμένων ΜΕΘ.

[25] Οι τελευταίοι άλλο που δεν θέλανε. Αντιδρώντας στις (όντως) σπασµωδικές επιτάξεις ιδιωτών γιατρών η Κεντρική Κλινική Αθηνών σε ανακοίνωσή της «θεωρεί ότι θα ήταν πολύ πιο αποδοτικό και αποτελεσµατικό η Πολιτεία να προβεί σε συγκεκριµένη “Ανάθεση Έργου” προς τον Ιδιωτικό Τοµέα παροχής Υπηρεσιών Υγείας, αντί να του στερεί µέρος του επιστηµονικού προσωπικού του σε µια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία […]. Μέσω αυτής της συντεταγµένης και στοχευµένης “Ανάθεσης Έργου”, η δραστηριότητα της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών, θα µπορούσε να αποφορτίσει προσωρινά ένα µεγάλο Νοσοκοµείο της Αθήνας (όπως πχ. το ΚΑΤ ή ο Ευαγγελισµός)».

[26] Εν τω μεταξύ, οι «covid-free» περιφράξεις προωθούνται, παρότι η επιστημονική έρευνα έχει ήδη αποδείξει ότι οι εμβολιασμένοι και νοσούν και μεταδίδουν εξίσου τη νόσο.

[27] Στο ίδιο άρθρο του ν. 4820/2021 προβλέπεται η δυνατότητα επέκτασης του υποχρεωτικού εμβολιασμού και σε άλλες ομάδες εργαζομένων, με τους εκπαιδευτικούς, τους εργαζόμενους στην εστίαση και τα μ.μ.μ. να είναι οι επικρατέστεροι υποψήφιοι. Επίσης, με τροπολογία που κατατέθηκε σε νομοσχέδιο του Υπ. Εσωτερικών στις 6/9 ο υποχρεωτικός εμβολιασμός επεκτάθηκε στις 30/9 και σε φοιτητές/σπουδαστές που απασχολούνται σε δομές υγείας, ενώ για τους ιδιώτες γιατρούς που δεν έχουν εμβολιαστεί ορίζονται πρόστιμα, διακόπτεται η σύμβασή τους με τον ΕΟΠΥΥ, ενώ ταυτόχρονα τους αφαιρείται και η δυνατότητα συνταγογράφησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην κάλυψη των αναγκών πρωτοβάθμιας υγείας που αυτοί εξυπηρετούσαν.

[28] Την ίδια αδιαφορία, αν όχι εχθρική αντιμετώπιση, βίωσαν από τους συναδέλφους και τα συνδικάτα τους οι λίγες εκπαιδευτικοί που αρνήθηκαν τα υποχρεωτικά rapid test και όσες τούς στάθηκαν έμπρακτα στον δρόμο.

Ενδεικτικά βλ. https://athens.indymedia.org/post/1614272/https://athens.indymedia.org/post/1614319/

[29] Ήδη στο προαναφερθέν άρθρο 206 του νόμου 4820/2021 ορίζεται ότι από 1/9/2021 οι φιλοξενούμενοι στις δομές πρόνοιας των οποίων οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται σε εμβολιασμό οφείλουν να είναι κι αυτοί εμβολιασμένοι. Σύμφωνα με καταγγελίες γονέων ήδη παρεμποδίζεται με συστηματικό τρόπο η ένταξη ανεμβολίαστων φιλοξενούμενων σε δομές απαραίτητες για την υγεία και την κοινωνικοποίησή τους. Στην ίδια κατεύθυνση δρα και ο αποκλεισμός από 13/9/2021 των μη εμβολιασμένων από τις δημόσιες δομές ελέγχου για SARS-CoV2∙ από 8/10 των μη εμβολιασμένων ασθενών από ορισμένες μη επείγουσες ιατρικές πράξεις, καθώς και των μη εμβολιασμένων συνοδών ασθενών (που έχουμε ήδη αναφέρει πόσα κενά του ΕΣΥ σε νοσηλευτικό προσωπικό και ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό καλύπτουν) από κάθε είδους δομή υγείας, εφόσον δεν έχουν πληρώσει από την τσέπη τους για rapid τεστ, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα και για μοριακό.

[30] Σε πρόσφατο τηλεοπτικό του παραλήρημα ο Πορτοσάλτε πρότεινε μόνο εμβολιασμένοι συνταξιούχοι να παίρνουν σύνταξη! Εικόνα από το μέλλον;

[31] Πρόκειται ουσιαστικά για την ιδεολογία που θέτει σαν κεντρικό πρόταγμα την απλή επιβίωση και «προστασία» της εργατικής τάξης ως βιολογική, και μόνο, υπόσταση, αναπαράγοντας την κουλτούρα του πανικού, της κινδυνολογίας και του μενουμεσπιτισμού, εις βάρος των αγώνων που θα μπορούσαν να φέρουν ριζική αλλαγή στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής – ή τουλάχιστον να βάλουν ένα φρένο στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που από κάθε άποψη είναι καταστροφική για την υγεία της εργατικής τάξης, αλλά και για τη συλλογική της ύπαρξη και αυτονομία.

[32] Πρόκειται για τον πρώην αντιπρόεδρο του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν, ο οποίος, μετά τις αποτυχημένες για το κόμμα εκλογές του 2017 και την ενδοκομματική κριτική που του ασκήθηκε για τις θέσεις που είχε εκφράσει υπέρ του FREXIT, αποξενώνοντας έτσι μέρος της πιο κεντρώας εκλογικής πελατείας, δημιούργησε δικό του κόμμα τους Πατριώτες. Ο ίδιος κατέχει έδρα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

[33] Το εν λόγω μέτρο της 30ης Αυγούστου δεν περιλαμβάνει όλους τους χώρους εργασίας – αντίθετα με την Ελλάδα που δεν κάνει διακρίσεις(!) και το ράπιντ ισχύει για όλους τους εργαζόμενους από την αρχή της γενικευμένης χρήσης των πιστοποιητικών στις 13 Σεπτέμβρη. Μάλιστα, στη Γαλλία, για ένα διάστημα κάποιων μηνών (δες επόμενη υποσημείωση) τα τεστ ήταν δωρεάν – αντίθετα με το ελληνικό κράτος που φαίνεται να είχε την πρωτιά, καθώς από τις 13 Σεπτέμβρη το κόστος των τεστ επιβαρύνει κάθε ανεμβολίαστο που χρειάζεται πιστοποιητικό με ποσό που, για παράδειγμα, στην εστίαση πλησιάζει δύο κατώτατους καθαρούς μισθούς τον χρόνο. Παρόλα αυτά τα σωματεία δεν βγάζουν άχνα! Επιπλέον, αντίθετα με τη Γαλλία, τα ράπιντ τεστ εδώ δεν εξασφαλίζουν την είσοδο σε κλειστούς χώρους στην εστίαση, κάτι που πολύς κόσμος –συνήθως όχι οι ανεμβολίαστοι– δεν γνωρίζουν και βέβαια εμπίπτει σε εκείνες  τις «ενοχλητικές» λεπτομέρειες που οι αριστεροί και αντιεξουσιαστές σταυροφόροι του εμβολιασμού αποφεύγουν να φέρνουν στο προσκήνιο, προκειμένου να υποτιμήσουν τη σοβαρότητα των νέων ρυθμίσεων. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στις 2 Νοέμβρη γενικεύουν την απαίτηση για δύο ράπιντ τεστ τη βδομάδα για όλους τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους ανεξαρτήτως κλάδου και επιμηκύνει χρονικά την περίοδο της αναστολής των εργαζομένων στην υγεία. Το υγειονομικό απαρτχάιντ βαθαίνει ακόμα περισσότερο με τους ανεμβολίαστους να μην έχουν πια πρόσβαση σε τράπεζες, δημόσιο, λιανεμπόριο, μεικτούς χώρους διασκέδασης, κομμωτήρια αν δεν έχουν κάνει τεστ. Το ελληνικό κράτος ξεπέρασε –και με το παραπάνω– σε αυταρχισμό και χυδαιότητα τις πολυσυζητημένες Γαλλία και Ιταλία.  Στην Ελλάδα επίσης έχουμε την πρωτοτυπία των covid-free χώρων πολιτισμού. Με μια γρήγορη ματιά παρατηρεί κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των θεάτρων και περίπου τα μισά σινεμά έχουν ήδη επιλέξει να επωφεληθούν από το κίνητρο της 100% χωρητικότητας που τους εξασφαλίζει το κράτος αν ενταχθούν σ’ αυτήν την κατηγορία. Οι «άνθρωποι της τέχνης» φαίνεται να διατηρούν έως τώρα σιγή ιχθύος. Ενδιαφέρον έχει ότι ενόψει της γενικευμένης εφαρμογής του μέτρου των πιστοποιητικών, στις αρχές Σεπτέμβρη, η ελληνική κυβέρνηση είχε εκδώσει μία λίστα «ερωταπαντήσεων σχετικά με τα μέτρα προστασίας» όπου έγραφε: «Υπάρχουν δύο λόγοι που διαφοροποιούν τα εστιατόρια, τα καφέ–μπαρ από τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους, τα θέατρα και τους κινηματογράφους. Ο πρώτος είναι ότι η πρόσβαση στον πολιτισμό συνιστά στοιχείο ανάπτυξης της προσωπικότητας μας και άρα θα πρέπει να διασφαλίζονται όροι ευρύτερης δυνατής πρόσβασης. Ο δεύτερος είναι ότι στους χώρους πολιτισμού οι επισκέπτες και οι επισκέπτριες φορούν μάσκα και καταρχήν δεν συνομιλούν».  Εφημερίδα Καθημερινή,  «Έρχεται το “lockdown” για τους ανεμβολίαστους – Ο “χάρτης” των νέων μέτρων», 8/9/2021.

[34] Το χρονικό όριο εφαρμογής των πιστοποιητικών παρατάθηκε, εκ νέου, από τις 15 Νοέμβρη στις 28 Φλεβάρη 2022 (ενώ αντίστοιχα παρατάθηκε και το καθεστώς του «κράτους έκτακτης ανάγκης»), την ίδια στιγμή μάλιστα που τα ποσοστά εμβολιασμού αυξήθηκαν κατακόρυφα και πλέον ξεπερνούν το 75% όσον αφορά την 1η δόση. Επίσης, τα τεστ (και τα self-test) σταμάτησαν να διατίθενται δωρεάν, συγκεκριμένα για τους ανεμβολίαστους, από τις 15 Οκτώβρη (όπως ίσχυε από νωρίτερα στην Ελλάδα), με το κόστος των ράπιντ να ανέρχεται στα 22-25 ευρώ.